«Μου είπε “αν φύγεις, θα σε βρουν από το νεκροτομείο” — κι εγώ έτρεχα ξυπόλυτη να σώσω εμένα και την κόρη μου»
«Αν τολμήσεις να φύγεις, θα σε βρουν από το νεκροτομείο». Αυτό μου είπε, με το χέρι του ακόμα σφιγμένο στον λαιμό μου, και θυμάμαι μόνο το βουητό στ’ αυτιά μου και την κόρη μου να κλαίει από το διπλανό δωμάτιο. Εκείνο το βράδυ δεν φοβήθηκα απλώς. Κατάλαβα ότι θα πεθάνω, κι ότι το παιδί μου θα το δει.
Με λένε Κατερίνα. Για χρόνια έλεγα ψέματα σε όλους. Στη μάνα μου, στη γειτόνισσα, στη δουλειά. «Χτύπησα στην πόρτα», «γλίστρησα στο μπάνιο», «είμαι κουρασμένη». Η αλήθεια ήταν άλλη. Ο άντρας μου, ο Στέλιος, δεν με χτυπούσε από την αρχή. Από την αρχή με μίκραινε.
«Πού ήσουν;»
«Στο σούπερ μάρκετ, Στέλιο, σου είπα…»
«Δύο ώρες για ψώνια; Ποιον πήγες να δεις;»
Στην αρχή ήταν έλεγχος. Μετά φωνές. Μετά έσπαγε πράγματα. Μετά εμένα. Και το χειρότερο; Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι ίσως έφταιγα κι εγώ. Αυτό είναι το πιο άρρωστο με τέτοιους ανθρώπους. Σε πείθουν ότι τους θυμώνεις εσύ.
Δουλεύαμε στην ίδια εταιρεία διανομών, εγώ στο λογιστήριο, εκείνος στην αποθήκη. Έξω έδειχνε κύριος. «Οικογενειάρχης», «εργατικός», «λίγο νευρικός μόνο». Μέσα στο σπίτι όμως μετρούσα τα βήματά του από το κούνημα του κλειδιού στην πόρτα. Αν άκουγα βαριά ανάσα, ήξερα. Αν μύριζα ποτό, ήξερα καλύτερα.
Η κόρη μας, η Ιωάννα, ήταν τότε οκτώ χρονών. Μια φορά τη βρήκα κρυμμένη κάτω από το τραπέζι της κουζίνας, με τα χέρια στα αυτιά.
«Μαμά, αν κάνω ησυχία, δεν θα θυμώσει;» μου είπε.
Εκεί ράγισα. Αλλά πάλι δεν έφυγα. Ξέρετε γιατί; Γιατί δεν είχα λεφτά στην άκρη. Γιατί το σπίτι ήταν στο όνομά του. Γιατί η πεθερά μου έλεγε «άντρας είναι, νεύρα έχει». Γιατί η δική μου μάνα, από φόβο μάλλον, μου ψιθύριζε «κάνε υπομονή για το παιδί». Για το παιδί. Πόσες γυναίκες έχουν μείνει στην κόλαση γι’ αυτή τη φράση;
Το βράδυ που άλλαξαν όλα, γύρισα αργά από τη δουλειά γιατί είχαμε κλείσιμο μήνα. Ο συνάδελφός μου ο Γρηγόρης με είχε αφήσει με το αμάξι του μέχρι τη γωνία, γιατί έβρεχε δυνατά.
Λάθος μου. Όχι επειδή έκανα κάτι κακό. Αλλά επειδή ο Στέλιος μας είδε από το μπαλκόνι.
Μόλις μπήκα, δεν μίλησε. Πέταξε μόνο την τσάντα μου κάτω και άρχισε να ψάχνει το κινητό μου.
«Δώσ’ το εδώ.»
«Στέλιο, σταμάτα. Ο Γρηγόρης με άφησε γιατί έβρεχε, τίποτα άλλο.»
Το χαστούκι ήρθε τόσο γρήγορα που ζαλίστηκα.
Η Ιωάννα πετάχτηκε από το δωμάτιό της.
«Μπαμπά, μη!» φώναξε.
Κι εκεί έγινε θηρίο. Με έριξε κάτω, με κλοτσούσε στα πλευρά, μου χτύπησε το κεφάλι στο πλακάκι. Θυμάμαι το κρύο του πατώματος και τη γεύση του αίματος. Και την κόρη μου να ουρλιάζει. Κάπου εκεί βρήκα μια δύναμη που δεν ξέρω από πού βγήκε. Τον έσπρωξα, άρπαξα το παιδί, τα κλειδιά, και βγήκαμε όπως ήμασταν. Εγώ σχεδόν ξυπόλυτη, η μικρή με τις πιτζάμες και ένα μπουφάν από πάνω.
Πήγαμε κατευθείαν στον σταθμό των ΚΤΕΛ. Δεν είχα σχέδιο. Μόνο πανικό. Πήρα τον Γρηγόρη τηλέφωνο τρέμοντας.
«Σε παρακαλώ… βοήθησέ με. Θα με σκοτώσει.»
Δεν με ρώτησε πολλά. Ήρθε, μας βρήκε, μας πήγε σε άλλη πόλη όπου έμενε η αδελφή του για να περάσουμε το βράδυ. Την επόμενη μέρα με συνόδευσε στο αστυνομικό τμήμα.
Νόμιζα ότι εκεί θα τελειώσει ο εφιάλτης. Δεν τελείωσε. Άρχισε ένας άλλος.
Καταθέσεις. Ιατροδικαστής. Φωτογραφίες με μελανιές. Ερωτήσεις που πονούσαν κι αυτές.
«Είχε ξανασυμβεί;»
«Γιατί δεν φύγατε νωρίτερα;»
Τι να απαντήσεις; Ότι όταν σε διαλύουν λίγο λίγο, μια μέρα ξυπνάς και δεν θυμάσαι ποια ήσουν;
Ο Στέλιος μετά άρχισε τα τηλέφωνα. Άλλοτε έκλαιγε.
«Κατερίνα, γύρνα πίσω, ήμουν πιωμένος, δεν ήξερα…»
Και άλλοτε απειλούσε.
«Θα σου πάρω το παιδί. Θα πω ότι είσαι τρελή. Ποιος θα σε πιστέψει;»
Ακολούθησαν μήνες δικηγόρων, φόβου και ντροπής που δεν ήταν καν δική μου. Πήρα προστατευτικά μέτρα. Κάθε φορά που πήγαινα στο δικαστήριο, τα πόδια μου έτρεμαν. Κι όμως πήγαινα. Για μένα. Για την Ιωάννα. Για εκείνο το παιδί που κρυβόταν κάτω από το τραπέζι.
Όταν βγήκε επιτέλους η απόφαση για την προστασία μας, έκλαψα μέσα στο λεωφορείο σαν χαζή. Ένας άγνωστος μου έδωσε χαρτομάντιλο και έκανε πως δεν βλέπει. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό.
Μετακομίσαμε στη Θεσσαλονίκη σχεδόν με δυο βαλίτσες. Νοίκιασα ένα μικρό διαμέρισμα στην Τούμπα. Παλιό, με υγρασία στη γωνία και θόρυβο από τον δρόμο, αλλά ήταν δικό μας. Η πρώτη νύχτα εκεί ήταν παράξενη. Δεν άκουγα βήματα να έρχονται απειλητικά. Δεν πεταγόμουν από τον ύπνο. Η Ιωάννα κοιμήθηκε αγκαλιά με το λούτρινο αρκουδάκι της και πριν κλείσει τα μάτια είπε:
«Μαμά… εδώ είναι ασφαλές;»
Της είπα «ναι», αλλά η αλήθεια είναι πως το έμαθα σιγά σιγά κι εγώ.
Έπιασα δουλειά σε ένα μικρό λογιστικό γραφείο. Τα λεφτά λίγα. Το ενοίκιο βαρύ. Φροντιστήριο δεν μπορούσα να της πληρώσω στην αρχή και ένιωθα τύψεις για όλα. Αλλά κάθε μικρό πράγμα είχε άλλη αξία πια. Να πίνουμε ένα τοστ στην παραλία. Να γελάει χωρίς να τρομάζει. Να ανοίγει η πόρτα της πολυκατοικίας και να μη μου κόβονται τα γόνατα.
Δεν έγινα ξαφνικά δυνατή. Μη λέμε βλακείες. Ακόμα φοβάμαι καμιά φορά. Ακόμα κοιτάζω πίσω μου όταν ακούω βαριά βήματα. Ακόμα υπάρχουν νύχτες που ξυπνάω ιδρωμένη. Αλλά τώρα ζω. Δεν επιβιώνω μόνο.
Και η κόρη μου, αυτό το παιδί που είδε περισσότερα απ’ όσα έπρεπε, μια μέρα μου είπε στην κουζίνα, ενώ της έδενα τα μαλλιά:
«Μαμά, τώρα χαμογελάς αληθινά.»
Εκεί κατάλαβα ότι, μέσα σε όλα, είχαμε σωθεί.
Αν μια γυναίκα διαβάζει αυτά τα λόγια και σκέφτεται «ίσως υπερβάλλω, ίσως θα αλλάξει», θέλω να της πω μόνο αυτό: όχι, δεν υπερβάλλεις. Και όχι, η αγάπη δεν αφήνει μελανιές.
Ακόμα αναρωτιέμαι πόσες από εμάς περιμένουμε το “παραλίγο” για να φύγουμε. Και πόσα παιδιά πρέπει να τρομάξουν μέχρι να μας πιστέψουν πραγματικά;