«Μάνα, η πεθερά μου είναι πάντα εκεί… εσύ γιατί ποτέ;» — Η μέρα που η κόρη μου με διέλυσε με μία σύγκριση
«Μάνα, άστο… η κυρία Ελευθερία κράτησε πάλι το παιδί. Αν περίμενα από σένα, θα είχα χάσει τη δουλειά μου».
Το είπε έτσι, ξερά, με το ένα χέρι στο καρότσι και το άλλο στο κινητό, έξω από την πολυκατοικία μου στα Πατήσια. Εγώ μόλις είχα σχολάσει από το σούπερ μάρκετ. Δέκα ώρες όρθια στο ταμείο, με τη μέση μου κομμένη και το κεφάλι να βουίζει από τα «χτυπήστε κάρτα», «δεν πέρασε η προσφορά», «γιατί αργείτε;». Κρατούσα μια σακούλα με μακαρόνια, λίγο τυρί και πάνες που είχα πάρει για το εγγόνι μου, κι ένιωσα ξαφνικά σαν να μου τις πέταξαν από τα χέρια.
Την κοίταξα.
«Κατερίνα, ούτε καλησπέρα;»
Γύρισε και με είδε. Το πρόσωπό της ήταν κουρασμένο, αλλά σφιγμένο. Εκείνο το βλέμμα το είχα μάθει πια. Ήταν το βλέμμα που ερχόταν πριν από κάθε καβγά.
«Καλησπέρα, μάνα. Αλλά τι να πω; Πάλι δεν μπορούσες. Πάλι η άλλη γιαγιά έτρεξε».
Η άλλη γιαγιά. Πάντα έτσι έλεγε τη μητέρα του γαμπρού μου, την Ελευθερία. Η Ελευθερία με τον άντρα της είχαν δυο μαγαζιά στο Περιστέρι, σύνταξη από πάνω, αμάξι, χρόνο, και μια άνεση που εγώ ούτε τη φανταζόμουν. Μπορούσαν να πληρώσουν παιδίατρο ιδιωτικό, να πάρουν κούνια χωρίς να κοιτάξουν τιμή, να πουν «άσε το παιδί σε μας το Σαββατοκύριακο να ξεκουραστείτε».
Εγώ τι να πω; Ότι αν λείψω μία βάρδια, δεν βγαίνει το ρεύμα;
Ανεβήκαμε σπίτι χωρίς να μιλάμε. Ησυχία βαριά. Μόνο το ασανσέρ έτριζε σαν να παραπονιόταν κι αυτό.
Μόλις μπήκε μέσα, άρχισε.
«Ξέρεις τι με πονάει; Όχι τα λεφτά μόνο. Είναι ότι δεν είσαι διαθέσιμη. Ποτέ. Η Ελευθερία έρχεται, μαγειρεύει, παίρνει το μικρό, μας αφήνει και φαΐ. Εσύ όλο κουρασμένη είσαι».
Έβγαλα τα παπούτσια μου και ακούμπησα στον πάγκο. Ήθελα δύο λεπτά. Μόνο δύο.
«Είμαι κουρασμένη, Κατερίνα. Δεν το λέω για δικαιολογία. Είναι η ζωή μου αυτή».
«Ναι, αλλά κι εγώ ζωή έχω! Εγώ δεν κουράζομαι; Εγώ δεν έχω παιδί, σπίτι, δουλειά; Πάντα μόνη μου νιώθω. Και να σου πω και κάτι; Μερικές φορές ντρέπομαι. Οι συμπέθεροι κάνουν τα πάντα κι εσύ… τίποτα».
Το «ντρέπομαι» με χτύπησε χειρότερα απ’ όλα.
«Ντρέπεσαι για μένα;» τη ρώτησα σιγά.
Δεν απάντησε αμέσως. Εκεί κατάλαβα πως ναι. Ή τουλάχιστον αυτό ένιωθε εκείνη τη στιγμή.
Θυμήθηκα όταν ήταν μικρή και την άφηνα κοιμισμένη για να πάω στο πρώτο ωράριο. Θυμήθηκα να γυρνάω σπίτι με ρέστα στις τσέπες και να μετράω αν φτάνουν για πετρέλαιο. Θυμήθηκα τις φορές που της έλεγα «του μήνα, κορίτσι μου, του μήνα θα σου πάρω μπουφάν» και μετά της έπαιρνα ένα φθηνότερο και της έλεγα πως αυτό είναι πιο ωραίο. Την μεγάλωσα μόνη. Ο πατέρας της έφυγε όταν ήταν έντεκα και από τότε εγώ ήμουν μάνα, πατέρας, λογιστής, νοσοκόμα, όλα.
Και τώρα στεκόταν απέναντί μου σαν να ήμουν αποτυχημένη.
«Τίποτα, ε;» της είπα. «Τα φροντιστήρια σου τίποτα; Τα μεροκάματα που έκανα τα βράδια για να σπουδάσεις ΙΕΚ τίποτα; Τα δόντια που δεν έφτιαξα ποτέ για να μη σου λείψει εσένα κάτι, τίποτα;»
«Μην το γυρνάς εκεί!» φώναξε. «Δεν είπα ότι δεν έκανες. Αλλά τώρα δεν είσαι εδώ. Τώρα σε χρειάζομαι».
«Και εγώ χρειάζομαι να ανασάνω!» ξέσπασα. «Νομίζεις δεν θέλω να είμαι με το παιδί; Νομίζεις δεν πονάω που η πρώτη του λέξη μπορεί να είναι “γιαγιά” και να μην εννοεί εμένα;»
Έπεσε σιωπή. Το μωρό στο καρότσι αναστέναξε στον ύπνο του. Από το ανοιχτό παράθυρο ακουγόταν ένας γείτονας να βλέπει ειδήσεις δυνατά. Καθημερινά πράγματα. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή όλα έμοιαζαν να κρέμονται από μια κλωστή.
Η Κατερίνα κάθισε στην καρέκλα και έτριψε τα μάτια της.
«Ο Στέλιος λέει να ζητάω βοήθεια από τους δικούς του, αφού μπορούν. Αλλά εγώ θέλω και τη μάνα μου. Δεν θέλω μόνο λεφτά ή εξυπηρετήσεις. Θέλω να νιώθω ότι έχω πού να γείρω».
Αυτό ήταν η πρώτη φορά που άκουγα κάτι αληθινό κάτω από όλα τα καρφιά.
Κάθισα απέναντί της.
«Κι εγώ θέλω να είμαι αυτό για σένα. Αλλά δεν είμαι η Ελευθερία. Δεν έχω τον χρόνο της, ούτε τα λεφτά της, ούτε την άνεσή της. Έχω μόνο εμένα. Και αυτή η εμένα έχει λιώσει».
Με κοίταξε και για λίγο ξαναείδα το παιδί μου. Όχι τη γυναίκα που με κατηγορούσε. Το παιδί που φοβόταν μην αφεθεί μόνο.
«Μερικές φορές νομίζω ότι αν με αγαπούσες πιο πολύ, θα έβρισκες τρόπο», ψιθύρισε.
Εκεί έσπασα. Όχι με φωνές. Χειρότερα. Έβαλα τα κλάματα αθόρυβα, σαν να έτρεχε από μέσα μου κάτι παλιό, μαζεμένο χρόνια.
«Αν υπήρχε τρόπος να σε αγαπάω περισσότερο, θα τον είχα βρει», της είπα. «Αλλά δεν γίνεται να μετριέται η αγάπη με ώρες babysitting και σακούλες από το σούπερ μάρκετ».
Δεν αγκαλιαστήκαμε αμέσως, όπως γίνονται στις ταινίες. Μείναμε εκεί. Δύο γυναίκες κουρασμένες, πληγωμένες, πεισματάρες. Με τον ίδιο καημό, αλλά άλλη γλώσσα.
Τις επόμενες εβδομάδες προσπαθήσαμε. Εγώ άλλαξα δυο βάρδιες για να κρατήσω το μικρό ένα απόγευμα. Εκείνη σταμάτησε να μου πετάει κάθε τρεις και λίγο τι έκανε η Ελευθερία. Αλλά η ένταση δεν χάθηκε. Σε κάθε τραπέζι, σε κάθε βάφτιση, σε κάθε «θα έρθετε Κυριακή;», υπήρχε κάτι από κάτω. Μια σύγκριση, ένα παράπονο, μια ενοχή.
Και το χειρότερο; Καμιά φορά τη σκέφτομαι και λέω μήπως έχει δίκιο. Μήπως έλειψα πιο πολύ απ’ όσο παραδέχομαι. Μετά κοιτάζω τα χέρια μου, σκασμένα από τα χαρτονομίσματα και τα απορρυπαντικά, και θυμάμαι: δεν έλειπα από αδιαφορία. Έλειπα για να επιβιώσουμε.
Μόνο που αυτό δεν παρηγορεί πάντα ένα παιδί. Ακόμα κι όταν έχει γίνει μάνα κι εκείνο.
Πείτε μου ειλικρινά… μια μάνα που δούλευε όλη μέρα για να τα βγάλει πέρα, είναι λιγότερο μάνα επειδή δεν μπορούσε να είναι πάντα εκεί;
Και ένα παιδί που πονάει από έλλειψη, άραγε βλέπει ποτέ τον κόπο πίσω από την απουσία;