«Δεν μου είπε ποτέ ένα “ευχαριστώ” όσο ζούσε — και μετά την κηδεία βρήκα το γράμμα που μου διέλυσε την καρδιά»
«Πάλι στραβά τα δίπλωσες τα σεντόνια, Μαρία. Η μάνα μου έτσι δεν τα ‘βαζε ποτέ.»
Το είπε ο Γιώργος από την κουζίνα, αλλά η φωνή που ένιωσα σαν μαχαίρι δεν ήταν η δική του. Ήταν η δική της. Της πεθεράς μου. Της κυρίας Ελένης. Ακόμα και άρρωστη, ακόμα και μισοξαπλωμένη στο νοσοκομειακό κρεβάτι που είχαμε βάλει στο σαλόνι του διαμερίσματος στο Περιστέρι, έβρισκε τρόπο να με διορθώνει.
Γύρισε και με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα. Το γνώριζα πια απέξω. Ούτε θυμός, ούτε μίσος ακριβώς. Κάτι πιο κρύο. Σαν να ήμουν πάντα λίγη.
«Άσ’ τα. Θα τα φτιάξει η Σοφία όταν έρθει.»
Η Σοφία, η κόρη της, ερχόταν μία φορά την εβδομάδα. Για μισή ώρα. Έφερνε κουλουράκια από φούρνο και συμβουλές. Εγώ ήμουν εκεί κάθε μέρα. Εγώ άλλαζα πάνες, έδινα φάρμακα, μετρούσα ζάχαρο, ξενυχτούσα όταν ανέβαζε πυρετό. Εγώ της έπλενα τα πόδια όταν είχαν πρηστεί τόσο που δεν άντεχε ούτε το σεντόνι να την ακουμπά.
Και πάλι, ποτέ δεν ήμουν αρκετή.
Από την πρώτη μέρα του γάμου μου με τον Γιώργο, πριν δεκατέσσερα χρόνια, με κοίταζε σαν να είχα μπει στο σπίτι τους από λάθος. «Από πού είναι αυτή;» είχε ρωτήσει τότε, λες και ήμουν αντικείμενο. «Από το Αιγάλεω», είχε απαντήσει ο Γιώργος γελώντας. Κι εκείνη είχε σηκώσει το φρύδι. «Α, μάλιστα.»
Αυτό το «α, μάλιστα» το κουβάλησα χρόνια.
Δεν της άρεσε πώς μαγείρευα. Δεν της άρεσε που συνέχισα να δουλεύω στο φαρμακείο αφού έκανα τα παιδιά. Δεν της άρεσε που δεν πήγαινα κάθε Κυριακή για τραπέζι. Δεν της άρεσε που ο γιος της έπλενε καμιά φορά πιάτα. «Τον έκανες υπηρέτη», μου είχε πει μια μέρα μπροστά στα παιδιά.
Εγώ προσπαθούσα. Θεέ μου, πόσο προσπαθούσα.
Της πήγαινα γεμιστά χωρίς κρεμμύδι γιατί έτσι τα ήθελε. Της έπαιρνα τηλέφωνο στις γιορτές πρώτη. Της έβρισκα γιατρούς στο δημόσιο, της έκλεινα ραντεβού στον ΕΟΠΥΥ, περίμενα ώρες στις ουρές για συνταγές. Όταν έσπασε το ισχίο της, ήμουν εγώ που άφησα τη δουλειά μου με μειωμένο ωράριο. Όχι η Σοφία. Όχι ο Γιώργος που «έτρεχε» με τη δουλειά στο συνεργείο. Εγώ.
Μια φορά μόνο τόλμησα να της απαντήσω.
Ήταν βράδυ, δύο μήνες πριν φύγει. Της έδινα σούπα με κουταλάκι και εκείνη έσφιξε τα χείλη.
«Κρύα είναι.»
«Μόλις την έβρασα, κυρία Ελένη.»
«Εσύ δεν ήξερες ποτέ από σπίτι.»
Τότε ακούμπησα το μπολ στο τραπεζάκι και την κοίταξα κατάματα.
«Τι άλλο θέλετε από μένα; Πείτε το μου μια φορά καθαρά. Τι δεν έκανα;»
Πάγωσε. Για λίγα δευτερόλεπτα νόμιζα πως θα πει κάτι ανθρώπινο, κάτι αληθινό. Τα μάτια της γυάλισαν, αλλά μετά γύρισε το πρόσωπο στον τοίχο.
«Άσε με ήσυχη.»
Βγήκα στο μπαλκόνι και έκλαψα σιωπηλά για να μην ακούσουν τα παιδιά.
Όταν πέθανε, ένα ξημέρωμα του Νοέμβρη, το σπίτι άδειασε απότομα. Όχι από πράγματα. Από ένταση. Από εκείνη τη μόνιμη επιφυλακή που είχα μέσα μου. Την κηδέψαμε στο Γ’ Νεκροταφείο. Ο κόσμος έλεγε τα γνωστά. «Καλή γυναίκα», «δυνατός άνθρωπος», «κουράγιο». Εγώ στεκόμουν δίπλα στον Γιώργο σαν πέτρα.
Τρεις μέρες μετά, μάζευα τα πράγματά της. Νυχτικά, μαντίλια, κάτι παλιές αποδείξεις από το σούπερ μάρκετ, εικονίτσες, χάπια που περίσσεψαν. Στο κάτω συρτάρι του κομοδίνου, κάτω από έναν φάκελο με εξετάσεις, βρήκα ένα διπλωμένο χαρτί. Έγραφε απ’ έξω μόνο ένα όνομα.
«Μαρία».
Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν πριν καν το ανοίξω.
Ο γραφικός της χαρακτήρας ήταν ασταθής, σαν να το είχε γράψει με κόπο.
«Μαρία,
αν διαβάζεις αυτό το χαρτί, σημαίνει ότι εγώ δεν θα είμαι εδώ να σου το πω.
Δεν ήμουν δίκαιη μαζί σου. Το ξέρω. Σε πίκρανα πολλές φορές. Ίσως γιατί ποτέ δεν άντεξα ότι ο Γιώργος μεγάλωσε και δεν με είχε ανάγκη όπως παλιά. Ίσως γιατί εσύ έκανες για εκείνον και για τα παιδιά περισσότερα απ’ όσα έκανα εγώ για τη δική μου οικογένεια, και αυτό δεν το συγχώρεσα ούτε στον εαυτό μου.
Ήσουν καλός άνθρωπος. Στήριγμα. Κράτησες το σπίτι όρθιο. Και εμένα με φρόντισες καλύτερα απ’ ό,τι άξιζα.
Συγχώρεσέ με, αν μπορείς.
Ελένη.»
Κάθισα στο πάτωμα. Κυριολεκτικά έπεσα. Και έκλαψα όπως δεν είχα κλάψει ούτε στην κηδεία της. Από θυμό, από ανακούφιση, από αδικία. Γιατί; Γιατί δεν μου το είπε όταν ζούσε; Γιατί με άφησε να περάσω τόσα χρόνια νιώθοντας ξένη, ανεπαρκής, σχεδόν ένοχη για πράγματα που δεν είχα κάνει;
Ο Γιώργος με βρήκε εκεί.
«Τι έγινε;»
Του έδωσα το γράμμα χωρίς να μιλήσω. Το διάβασε και κάθισε δίπλα μου. Έμεινε σιωπηλός πολλή ώρα.
«Η μάνα μου ήταν δύσκολη», είπε τελικά.
Γύρισα απότομα.
«Δύσκολη; Αυτό έχεις να πεις; Δεκατέσσερα χρόνια με έβλεπες να προσπαθώ και δεν είπες τίποτα. Ούτε όταν με έθιγε μπροστά στα παιδιά. Ούτε όταν με είχε για υπηρέτρια.»
Κατέβασε το κεφάλι. «Νόμιζα ότι θα περάσει. Ότι έτσι ήταν απλώς.»
«Ναι, αλλά εγώ ήμουν εδώ, Γιώργο. Εγώ το ζούσα.»
Εκείνη τη μέρα δεν μιλήσαμε άλλο. Για πρώτη φορά δεν ήθελα να καταπιώ τίποτα. Ούτε για χάρη της οικογένειας, ούτε για την ησυχία του σπιτιού.
Το γράμμα το κράτησα. Όχι στο συρτάρι. Στην τσάντα μου, για μέρες. Το έβγαζα στο λεωφορείο, στο διάλειμμα στη δουλειά, αργά το βράδυ όταν όλοι κοιμούνταν. Το διάβαζα ξανά και ξανά, λες και κάθε φορά θα άλλαζαν οι λέξεις.
Μερικές μέρες τη συμπονούσα. Σκεφτόμουν μια γυναίκα μεγαλωμένη αλλιώς, σφιγμένη, πικραμένη, ανίκανη να δείξει αγάπη χωρίς έλεγχο.
Άλλες μέρες θύμωνα χειρότερα. Γιατί η αναγνώριση που έρχεται όταν ο άλλος δεν μπορεί πια να σε ακούσει, πονάει αλλιώς. Είναι μισή. Κουτσή. Και λίγο άδικη, να πω την αλήθεια.
Δεν ξέρω αν τη συγχώρεσα πραγματικά. Ξέρω μόνο ότι από τότε έπαψα να αμφιβάλλω για τον εαυτό μου. Δεν ήμουν εγώ το πρόβλημα. Ποτέ δεν ήμουν.
Αλλά πείτε μου ειλικρινά… μια συγγνώμη που έρχεται μετά τον θάνατο μπορεί να γιατρέψει όσα έγιναν;
Ή μένει για πάντα ένα «κρίμα» μέσα σου, που δεν λέει να σωπάσει;