«Γύρισα από τη Γερμανία για το σπίτι που έχτισα με τα χέρια μου… και ο γιος μου μου είπε πως δεν θα ζήσει ποτέ εκεί»
«Πατέρα, δεν θα έρθουμε να μείνουμε στο χωριό. Πρέπει να το καταλάβεις επιτέλους.»
Το είπε μέσα στην αυλή, δίπλα στην ελιά που φύτεψα όταν γεννήθηκε. Κρατούσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου στο χέρι και τα κουνούσε νευρικά. Τα εγγόνια μου είχαν μπει ήδη μέσα, βαριεστημένα, με τα τάμπλετ στην αγκαλιά. Η γυναίκα μου, η Σταυρούλα, στεκόταν στο κατώφλι και δεν μιλούσε. Κι εγώ ένιωσα σαν να μου τράβηξαν το χώμα κάτω από τα πόδια.
«Τότε για ποιον το έφτιαξα αυτό το σπίτι, ρε Νίκο;» του φώναξα. «Για τους περαστικούς;»
Δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε μόνο γύρω. Τα μάρμαρα, τα μπαλκόνια, τα κλειστά παντζούρια του πάνω ορόφου, τα τρία άδεια παιδικά δωμάτια που περίμεναν χρόνια.
Εγώ στη Γερμανία πήγα είκοσι πέντε χρονών. Από ένα χωριό έξω από τη Λάρισα, με μια βαλίτσα, δυο αλλαξιές και τη μάνα μου να κλαίει στον σταθμό. Δούλεψα σε εργοστάσιο στο Μόναχο, μετά σε αποθήκες, μετά όπου έβρισκα. Κρύο, βάρδιες, μοναξιά. Μένεις σε ένα δωμάτιο με άλλους τρεις, τρως στα όρθια και λες «κάνε κουράγιο, για τα παιδιά είναι». Αυτό έλεγα κάθε μέρα.
Δεν χάλασα λεφτά. Δεν έζησα. Έστελνα στην Ελλάδα μέχρι και το τελευταίο ευρώ που περίσσευε. Έχτιζα σιγά σιγά το σπίτι. Πρώτα τα θεμέλια. Μετά ο κάτω όροφος. Μετά ο πάνω. «Να έχει χώρο ο Νίκος, να τρέχουν τα παιδιά του στην αυλή, να ανάβουμε το τζάκι τα Χριστούγεννα όλοι μαζί.» Αυτό ήταν το όνειρό μου. Δεν ήθελα πολλά. Μόνο αυτό.
Ο Νίκος μεγάλωσε κυρίως με τη μάνα του. Εγώ έλειπα. Ερχόμουν Πάσχα, κανένα καλοκαίρι, και ξανά πίσω. Έφερνα σοκολάτες, αρώματα, ένα ποδήλατο κάποτε, και νόμιζα πως έτσι γέμιζα την απουσία. Τι αφέλεια κι αυτή…
Όταν βγήκα στη σύνταξη, γύρισα οριστικά. Είχα την εικόνα στο μυαλό μου έτοιμη. Ο γιος μου με την οικογένειά του στο σπίτι. Τα εγγόνια να πηγαίνουν σχολείο στην κοντινή κωμόπολη. Η Κυριακή να μυρίζει γεμιστά και ψητό. Ο καφές στο μπαλκόνι. Λες και είχα παγώσει τον χρόνο και θα με περίμενε.
Μόνο που ο χρόνος δεν περιμένει κανέναν.
Ο Νίκος ήταν πια σαράντα δύο. Ζούσε στην Αθήνα, στο Περιστέρι, σε διαμέρισμα τρίτου ορόφου. Η γυναίκα του, η Βάσω, δούλευε σε φαρμακείο. Εκείνος σε τεχνική εταιρεία, με ωράρια τρελά και άγχος μόνιμο. Τα παιδιά πήγαιναν σχολείο, αγγλικά, μπάσκετ, όλη αυτή η ζωή η στριμωγμένη αλλά δεμένη. Εγώ όμως, αντί να το δω, έβλεπα μόνο πως δεν ερχόντουσαν αρκετά συχνά.
Στην αρχή κρατήθηκα. Μετά άρχισα τις γκρίνιες.
«Όλο δικαιολογίες είστε.»
«Πατέρα, δουλεύουμε.»
«Κι εγώ δούλευα! Στη Γερμανία δούλευα σαν σκυλί!»
«Ναι, αλλά δεν γίνεται να τα αφήσουμε όλα και να έρθουμε εδώ.»
«Όλα; Η οικογένειά σου είναι “όλα”;»
Εκεί άναβε πάντα το πράγμα. Η Βάσω σώπαινε, αλλά το έβλεπα στο πρόσωπό της. Είχε θυμό. Ίσως και φόβο πως θα πιέσω κι άλλο.
Τον Αύγουστο έγινε η έκρηξη. Είχαν έρθει για πέντε μέρες και από τη δεύτερη ήδη με έτρωγε. Έβλεπα τα παιδιά να βαριούνται, να ζητάνε ίντερνετ, να λένε πως δεν έχει τίποτα να κάνουν. Άκουγα τον Νίκο στο τηλέφωνο με τη δουλειά του ακόμα και στο χωριό. Και κάτι μέσα μου έσπαγε.
Το βράδυ, στο τραπέζι, είπα αυτό που είχα μαζεμένο χρόνια.
«Να το πουλήσω τότε το σπίτι. Αφού για σας δεν αξίζει τίποτα.»
Ο Νίκος άφησε κάτω το πιρούνι.
«Μην το κάνεις θέατρο, πατέρα.»
«Θέατρο; Μια ζωή για αυτό δούλευα!»
«Για δικό σου όνειρο δούλευες! Όχι για το δικό μου!»
Έπεσε σιωπή. Ακόμα τη θυμάμαι. Μέχρι και τα τζιτζίκια ακούγονταν σαν να είχαν σταματήσει.
Σηκώθηκα όρθιος.
«Δικό μου όνειρο; Για σένα το έκανα!»
Κι εκείνος πετάχτηκε κι αυτός.
«Για μένα; Ή για να λες στο χωριό ότι ο γιος σου θα γυρίσει και θα γεμίσει το σπίτι; Μεγάλωσα χωρίς πατέρα, με δέματα και τηλεφωνήματα. Και τώρα θες να νιώθω και ένοχος επειδή έφτιαξα τη ζωή μου αλλού;»
Με χτύπησε πιο πολύ αυτό απ’ όλα. Όχι η άρνησή του. Η αλήθεια του.
Η Σταυρούλα έβαλε τα κλάματα. Η Βάσω πήρε τα παιδιά μέσα. Εγώ έμεινα στην αυλή και ο Νίκος έφυγε να κάνει βόλτα στο χωριό σαν αγρίμι. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Γύριζα από δω κι από κει και κοιτούσα το ταβάνι που πλήρωσα με χρόνια από τη ζωή μου.
Το πρωί τον βρήκα να κάθεται στο πεζούλι, έξω από την αυλόπορτα. Είχε μάτια κόκκινα.
«Δεν σε πρόδωσα, πατέρα», μου είπε σιγά. «Απλώς δεν μπορώ να ζήσω τη ζωή που φαντάστηκες εσύ για μένα.»
Κάθισα δίπλα του. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια δεν είχα έτοιμη απάντηση.
«Κι εγώ;» τον ρώτησα. «Εγώ τι να κάνω εδώ μόνος;»
Γύρισε και με κοίταξε όπως με κοίταζε μικρός, όταν ήθελε να μου πει κάτι δύσκολο.
«Να έρχεσαι κι εσύ σε μας. Να μην περιμένεις όλη η ζωή να ανέβει στο χωριό. Να τη μοιραστούμε όπως γίνεται.»
Δεν ήταν αυτό που ήθελα να ακούσω. Ήταν όμως το μόνο αληθινό.
Από τότε πέρασε ένας χρόνος. Το σπίτι δεν πουλήθηκε. Ούτε γέμισε όπως το ονειρεύτηκα. Τα παιδιά έρχονται Χριστούγεννα, λίγο Πάσχα, καμιά βδομάδα το καλοκαίρι. Εγώ κατεβαίνω πότε πότε στην Αθήνα, στριμώχνομαι, κουράζομαι, αλλά πάω. Μαθαίνω σιγά σιγά τα φανάρια, τις πολυκατοικίες, τον δικό τους ρυθμό. Δεν μου αρέσει, να λέμε και του στραβού το δίκιο. Αλλά εκεί είναι η ζωή τους.
Μερικές φορές κάθομαι μόνος στο πάνω μπαλκόνι και κοιτάω τα άδεια δωμάτια. Και αναρωτιέμαι αν τελικά έχτισα σπίτι ή μια προσδοκία που δεν ρώτησα ποτέ κανέναν αν τη θέλει.
Πείτε μου εσείς… ο γονιός έχει δικαίωμα να περιμένει; Ή τα παιδιά δεν χρωστάνε να ζήσουν τα όνειρα που άλλοι έκαναν γι’ αυτά;