«Γύρισα σπίτι αφού βοήθησα έναν ετοιμοθάνατο φίλο να ξαναβρεί την κόρη του… και βρήκα τη γυναίκα μου με βαλίτσες στην πόρτα»
«Αν φύγεις τώρα, Νίκο, μην περιμένεις να με βρεις εδώ όταν γυρίσεις.»
Η Ελένη στεκόταν στην κουζίνα με τα χέρια τεντωμένα πάνω στον πάγκο. Το μάτι της κουζίνας είχε μείνει ανοιχτό κάτω από το μπρίκι και ο καφές είχε χυθεί παντού. Εγώ κρατούσα ήδη τα κλειδιά στο χέρι και το κινητό μου χτυπούσε ξανά. Ο Στέλιος.
Για τρίτη φορά μέσα σε δέκα λεπτά.
«Δεν μπορώ να τον αφήσω μόνο του έτσι», της είπα.
«Κι εμένα; Εμένα μπορείς.»
Δεν απάντησα. Και αυτό ήταν ίσως η πιο καθαρή απάντηση που της είχα δώσει ποτέ.
Τον Στέλιο τον ήξερα από παιδί. Μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά στον Κολωνό, παίζαμε μπάλα στα στενά, τρώγαμε ψωμί με λάδι στα πεζούλια και κάναμε όνειρα ότι θα φύγουμε, θα γίνουμε κάτι άλλο. Μετά η ζωή μάς πέταξε αλλού. Εγώ έφτιαξα οικογένεια, δούλευα σε συνεργείο στο Περιστέρι, με χρέη, λογαριασμούς, το νοίκι να μας πνίγει κάθε μήνα. Εκείνος χάθηκε. Κάτι δουλειές εδώ κι εκεί, κάτι κακές παρέες, κάτι τσακωμοί. Και μετά τίποτα.
Μέχρι που μου τηλεφώνησε ένα βράδυ από άγνωστο αριθμό.
«Νίκο… είμαι ο Στέλιος. Μη το κλείσεις. Δεν έχω κανέναν.»
Τον βρήκα σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Πατήσια. Μύριζε κλεισούρα, φάρμακο και μοναξιά. Ήταν μισός άνθρωπος. Τα μάγουλά του είχαν βουλιάξει, τα χέρια του έτρεμαν. Στο τραπεζάκι είχε εξετάσεις από τον Ευαγγελισμό. Τελικό στάδιο. Δεν θα το πω πιο ωραία. Πέθαινε.
«Θέλω να βρω την κόρη μου», μου είπε. «Τη Δάφνη. Δεν μου μιλάει χρόνια. Της αξίζει να με φτύσει κατάμουτρα, αλλά θέλω να με δει έστω μία φορά.»
Είχα πει στην Ελένη ότι θα βοηθούσα «όσο μπορώ». Μόνο που αυτό το «όσο μπορώ» άρχισε να τρώει τα πάντα. Πήγαινα στη δουλειά και μετά κατευθείαν στον Στέλιο. Του μαγείρευα κανένα φαγητό, τον πήγαινα για εξετάσεις, μιλούσα με γιατρούς, έψαχνα τη Δάφνη στα κοινωνικά δίκτυα, σε παλιές γνωριμίες, μέχρι και σε μια ξαδέρφη του στη Νέα Ιωνία πήγα ένα απόγευμα χωρίς να με περιμένει κανείς.
Στο σπίτι meanwhile… όχι, να το πω όπως είναι. Στο σπίτι γινόταν χαμός.
Το πλυντήριο χάλασε και δεν είχα χρόνο να φωνάξω μάστορα. Ο ιδιοκτήτης μας πίεζε για δυο καθυστερημένα κοινόχρηστα. Η Ελένη είχε αρχίσει να γυρίζει αμίλητη από τη δουλειά της στο φαρμακείο. Έτρωγε όρθια. Κοιμόταν με την πλάτη γυρισμένη.
«Δεν είσαι εδώ», μου είπε ένα βράδυ.
«Εδώ είμαι.»
Γέλασε πικρά.
«Το σώμα σου, ναι. Το μυαλό σου είναι στα Πατήσια.»
Είχε δίκιο. Και το ήξερα.
Μια Κυριακή, που είχαμε πει να πάμε στη μάνα της στο Αιγάλεω για τραπέζι, ο Στέλιος έκανε κρίση και τον έτρεχα στα επείγοντα. Δεν την πήρα καν τηλέφωνο. Το είδε μόνη της, ώρες μετά, από ένα μήνυμα: «Συγγνώμη, είμαι νοσοκομείο».
Όταν γύρισα, με περίμενε στο σαλόνι.
«Δεν είμαι κακιά, Νίκο. Το καταλαβαίνεις; Δεν ζηλεύω έναν άρρωστο άνθρωπο. Ζηλεύω το ότι για εκείνον έχεις όλη την καρδιά σου, κι εγώ παίρνω ό,τι περισσεύει.»
«Τι να κάνω; Να τον αφήσω να πεθάνει μόνος;»
«Κι εμένα με αφήνεις να σβήνω δίπλα σου.»
Αυτή η φράση με χτύπησε, αλλά και πάλι έκανα το ίδιο λάθος. Την άκουσα, δεν την άκουσα πραγματικά.
Τελικά βρήκα τη Δάφνη. Δούλευε σε ένα κομμωτήριο στο Χαλάνδρι. Πήγα δύο φορές και με έδιωξε.
«Τώρα τον θυμήθηκε τον πατέρα;» μου είπε απότομα. «Όταν έφυγε με άλλη γυναίκα ή όταν μας άφησε με χρέη στη μάνα μου, τότε πού ήταν;»
Δεν είχα τι να της πω. Μόνο την αλήθεια.
«Δεν ζητάει συγχώρεση. Μόνο να σε δει.»
Την τρίτη φορά βγήκε έξω στο πεζοδρόμιο, άναψε τσιγάρο με χέρια που έτρεμαν από νεύρα και μου είπε χαμηλά:
«Αν έρθω, θα έρθω για μένα. Όχι για εκείνον.»
Τη μέρα που πήγαμε στο σπίτι του, ο Στέλιος δεν μπορούσε σχεδόν να σηκωθεί από τον καναπέ. Όταν είδε τη Δάφνη στην πόρτα, πάγωσε. Έβαλε τα κλάματα σαν μικρό παιδί. Εκείνη έμεινε όρθια, σφιγμένη, με την τσάντα ακόμα στον ώμο.
«Μη ζητήσεις συγγνώμη», του είπε. «Θα θυμώσω πιο πολύ.»
Εκείνος κατάπιε με κόπο.
«Δεν έχω δικαίωμα ούτε γι’ αυτό», ψιθύρισε. «Μόνο… σε σκεφτόμουν κάθε μέρα.»
Η Δάφνη έκλαψε τότε, αλλά σαν να θύμωσε με τον εαυτό της που έκλαψε. Κάθισε δίπλα του. Μίλησαν τρεις ώρες. Για τη μάνα της, για τα λεφτά που χάθηκαν, για τα γενέθλια που δεν πήγε ποτέ, για μια σχολική γιορτή που εκείνη τον περίμενε στην πρώτη σειρά και η καρέκλα έμεινε άδεια.
Εγώ βγήκα στο μπαλκόνι. Η Αθήνα από κάτω έκανε τον θόρυβό της, κορναρίσματα, μηχανάκια, ένας πλανόδιος που φώναζε για καρπούζια. Και μέσα σε αυτόν τον θόρυβο, δύο άνθρωποι κολλούσαν τα σπασμένα τους όπως όπως, πριν να είναι αργά.
Ο Στέλιος έφυγε τέσσερις μέρες μετά. Η Δάφνη ήταν εκεί και του κρατούσε το χέρι. Όταν με αγκάλιασε στην κηδεία, μου ψιθύρισε: «Τουλάχιστον δεν έφυγε σαν σκυλί μόνο του.»
Γύρισα σπίτι εξαντλημένος, άδειος, με εκείνο το βαρύ αίσθημα ότι κάτι τελείωσε αλλά κάτι ίσως σώθηκε. Μόνο που στο δικό μου σπίτι με περίμεναν δύο βαλίτσες δίπλα στην πόρτα.
Η Ελένη φορούσε το παλτό της. Τα μάτια της ήταν πρησμένα, αλλά η φωνή της ήρεμη. Αυτό πονάει πιο πολύ από τις φωνές.
«Πάω στην αδερφή μου για λίγο», είπε.
«Τώρα; Σήμερα;»
«Σήμερα, ναι. Γιατί αν δεν φύγω σήμερα, θα μείνω πάλι, θα σε λυπηθώ, θα πεις δυο λόγια, και μετά θα χαθείς ξανά σε κάποιον άλλον που σε χρειάζεται πιο πολύ από μένα.»
«Ελένη, τελείωσε. Ήρθα σπίτι.»
Με κοίταξε και κούνησε το κεφάλι.
«Όχι, Νίκο. Γύρισες επειδή δεν έχεις πια πού αλλού να πας.»
Δεν βρήκα τίποτα να πω. Γιατί και αυτό αλήθεια ήταν. Άργησα να καταλάβω ότι μπορείς να κάνεις το σωστό για κάποιον και το λάθος για αυτόν που κοιμάται δίπλα σου.
Η πόρτα έκλεισε πίσω της απαλά. Σχεδόν ευγενικά. Και αυτός ο ήχος με τσάκισε πιο πολύ απ’ όλα.
Ακόμα αναρωτιέμαι: αν ήσασταν στη θέση μου, τι θα διαλέγατε; Μπορεί ένας άνθρωπος να σώσει μια σχέση που πρόδωσε όχι με ψέματα, αλλά με απουσία;