«Μάνα, δεν είμαι η νοσοκόμα σου»: Για χρόνια έτρεχα για τα πάντα, μέχρι που κατάλαβα πως δεν θα ακούσω ποτέ το “σ’ αγαπώ” που περίμενα

«Πάλι άργησες», μου πέταξε η μάνα μου μόλις μπήκα στην κουζίνα, με τη σακούλα από το φαρμακείο στο ένα χέρι και τα αποτελέσματα των εξετάσεών της στο άλλο. «Τα χάπια τα πήρες; Γιατί το τηλέφωνο δεν το σήκωνες; Και ποιος θα με πάει αύριο στον καρδιολόγο;»

Ούτε ένα «κουράστηκες;». Ούτε ένα «ευχαριστώ». Τίποτα.

Ακούμπησα τη σακούλα στο τραπέζι πιο απότομα απ’ όσο ήθελα. Τα ποτήρια κουδούνισαν. Εκείνη ούτε που σήκωσε το βλέμμα όπως θα το σήκωνε μια μάνα που βλέπει την κόρη της διαλυμένη. Κοίταζε τη συνταγή.

Είμαι 38 χρονών. Λέγομαι Ελευθερία. Δουλεύω οχτάωρο σε λογιστικό γραφείο, έχω ένα παιδί στο γυμνάσιο, έναν γάμο που τρίζει και μια μάνα που με έχει μάθει να τρέχω σαν να είναι αυτονόητο. Γιατρός, φαρμακείο, ΔΕΗ, σούπερ μάρκετ, λογαριασμοί, καθαριότητα στο σπίτι της, μέχρι και τα χαρτιά για το ΚΕΠ εγώ. Αν δεν πάω εγώ, «ποιος θα πάει; η ξένη;» λέει.

Το χειρότερο δεν είναι η κούραση. Είναι η πείνα. Αυτή η πείνα για μια λέξη που δεν ήρθε ποτέ.

Μεγάλωσα με μια μάνα που ήταν πάντα εκεί και ταυτόχρονα δεν ήταν. Το φαγητό στην κατσαρόλα στην ώρα του. Τα ρούχα σιδερωμένα. Το σπίτι στην εντέλεια. Αλλά αγκαλιά; Όχι. «Μπράβο»; Σπάνιο. «Σ’ αγαπώ»; Ποτέ. Αν έκλαιγα μικρή, μου έλεγε «μην κάνεις σαν χαζή». Αν φοβόμουν, «έλα, αυτά είναι ανοησίες». Αν έπαιρνα καλό βαθμό, «καλά, αυτό έλειπε».

Μια φορά, ήμουν δεν ήμουν οχτώ χρονών, είχα πέσει και είχα ανοίξει το γόνατό μου στην αυλή. Θυμάμαι ακόμα να τσούζει το οινόπνευμα και να τσούζει πιο πολύ η φωνή της.

«Σταμάτα να κλαις. Δεν έγινε τίποτα.»

Δεν έγινε τίποτα. Αυτή ήταν η φράση της ζωής μας.

Τώρα που μεγάλωσε και έμεινε μόνη μετά τον θάνατο του πατέρα μου, το «δεν έγινε τίποτα» έγινε πρόγραμμα. Εγώ να τα κάνω όλα και εκείνη να συμπεριφέρεται σαν να είναι υποχρέωσή μου. Και στην Ελλάδα, ας μην κοροϊδευόμαστε, όλοι έχουν γνώμη.

«Η μάνα είναι μάνα.»

«Εσύ είσαι η κόρη, ποιος θα τη φροντίσει;»

«Μην την αφήσεις, μεγάλη γυναίκα.»

Κανείς δεν ρωτάει ποιος φροντίζει εμένα.

Ο άντρας μου, ο Στέλιος, το έβλεπε καιρό.

«Δεν αντέχεις άλλο έτσι, Ελευθερία», μου είπε ένα βράδυ που γύρισα σπίτι στις δέκα, αφού πρώτα την είχα πάει στα επείγοντα για κάτι που τελικά ήταν απλή πίεση. «Δεν γίνεται να σε διαλύει και να νιώθεις κι ενοχές από πάνω.»

«Είναι η μάνα μου», του είπα.

«Ναι. Και εσύ είσαι άνθρωπος.»

Θύμωσα τότε. Με εκείνον. Όχι με εκείνη. Πάντα πιο εύκολο ήταν.

Το μεγάλο ξέσπασμα έγινε πριν τρεις μήνες. Είχα κλείσει ραντεβού για τη δική μου εξέταση, μια μαστογραφία που ανέβαλλα μήνες. Εκείνο το πρωί με πήρε τηλέφωνο τρεις φορές.

«Ζαλίζομαι. Έλα τώρα.»

«Μάνα, έχω γιατρό. Σου είπα από χθες.»

Σιωπή για δυο δευτερόλεπτα. Και μετά η γνωστή φωνή, κοφτή.

«Ε, καλά. Άσ’ το. Αν πάθω τίποτα, να έχεις ήσυχη τη συνείδησή σου.»

Δεν ξέρω γιατί, αλλά εκεί λύγισα. Όχι από φόβο. Από κάτι πιο βαρύ. Από χρόνια μαζεμένα.

Πήγα σπίτι της τρέμοντας. Τη βρήκα να κάθεται κανονικά στον καναπέ και να βλέπει τηλεόραση.

«Τόσο χάλια ήσουν;» τη ρώτησα.

Σήκωσε τους ώμους. «Μόνη μου είμαι. Ποιον να πάρω;»

Και τότε της το είπα.

«Εμένα παίρνεις για όλα. Για τα χάπια σου, για τους γιατρούς σου, για τα ψώνια σου, για να σου αλλάξω λάμπα, για να πληρώσω λογαριασμούς. Τα κάνω όλα. Αλλά ξέρεις τι δεν έχεις κάνει ποτέ εσύ; Να μου μιλήσεις σαν μάνα.»

Με κοίταξε σαν να της μιλούσα κινέζικα.

«Τι θες δηλαδή τώρα;» είπε. «Αυτά είναι χαζομάρες.»

«Χαζομάρες; Ξέρεις ότι δεν μου έχεις πει ποτέ “είμαι περήφανη για σένα”; Ότι δεν θυμάμαι ούτε μία αγκαλιά χωρίς να είναι από ανάγκη;»

Το πρόσωπό της σκλήρυνε. Το ξέρω αυτό το βλέμμα. Το είχα δει από παιδί.

«Εγώ έτσι μεγάλωσα», είπε. «Η δική μου μάνα χειρότερη ήταν. Δεν μας χάιδευαν τότε. Σας καλομάθαμε πολύ εσάς.»

Δεν φώναζε. Αυτό πονάει πιο πολύ. Η ψυχρότητα.

«Δεν σου ζητάω να γίνεις άλλη γυναίκα στα 70 σου», της είπα. «Σου ζητάω να μη με θεωρείς δεδομένη.»

Γέλασε ειρωνικά. Μικρό γέλιο. Ξερό.

«Αν δεν θες, μην έρχεσαι.»

Αυτή η φράση… λες και με πέταξε πάλι στην αυλή, οχτώ χρονών, με το γόνατο ανοιγμένο.

Έφυγα. Και για πρώτη φορά δεν γύρισα την επόμενη μέρα. Ούτε τη μεθεπόμενη. Της έστειλα μόνο μήνυμα με τα ραντεβού που της είχα κλείσει και της είπα ότι για τα σταθερά ψώνια θα βρω γυναίκα από τη γειτονιά να τη βοηθάει δύο φορές την εβδομάδα. Πλήρωσα εγώ τον πρώτο μήνα. Έβαλα και τα όριά μου: για επείγον, ναι. Για τα πάντα, όχι.

Πήρε τη θεία μου τη Βάσω να παραπονεθεί. Με πήρε και η θεία.

«Μη γίνεσαι σκληρή με τη μάνα σου.»

Για πρώτη φορά δεν απολογήθηκα.

«Σκληρή δεν έγινα τώρα», της είπα. «Τώρα απλώς σταμάτησα να σβήνω τον εαυτό μου.»

Από τότε η μάνα μου έχει παγώσει πιο πολύ. Μιλάμε τυπικά. «Πήρα τα χάπια.» «Έκλεισα ραντεβού.» «Έλα την Παρασκευή αν μπορείς.» Αυτό μόνο. Κι όμως, εγώ αναπνέω λίγο καλύτερα. Με ενοχές, ναι. Με πόνο, επίσης. Αλλά καλύτερα.

Το πιο δύσκολο ήταν να δεχτώ κάτι που πολεμούσα χρόνια: ότι ίσως δεν θα ακούσω ποτέ το «σ’ αγαπώ» που περίμενα. Ότι δεν θα έρθει ποτέ εκείνη η σκηνή που θα με πιάσει από το χέρι και θα μου πει «συγγνώμη, δεν ήξερα αλλιώς». Αυτά γίνονται στις ταινίες. Στα σπίτια τα δικά μας συνήθως μένουν μισά πράγματα, μισές κουβέντες, μισές ζωές.

Αλλά εγώ έχω κόρη. Και δεν θέλω να της μάθω ότι η αγάπη είναι να τρέχεις μέχρι να αδειάσεις, μήπως και μια μέρα σε κοιτάξει κάποιος τρυφερά.

Ακόμα βοηθάω τη μάνα μου. Δεν την εγκατέλειψα. Απλώς δεν θα θυσιάσω κι άλλο την ψυχή μου για να πάρω αγάπη με το ζόρι από άνθρωπο που δεν ξέρει να τη δώσει.

Πείτε μου μόνο κάτι: πόσο χρωστάει ένα παιδί στον γονιό του όταν πέρασαν τα χρόνια αλλά δεν πέρασε ποτέ το κρύο ανάμεσά τους;

Και τα όρια, τελικά, είναι αχαριστία ή ο μόνος τρόπος να σωθείς;