«Δεν είμαι η υπηρέτρια κανενός»: Τη μέρα των γενεθλίων του άντρα μου είπα “ως εδώ” στη πεθερά μου — και όλα διαλύθηκαν μπροστά σε συγγενείς και φίλους
«Το αρνί θέλει γύρισμα τώρα, Μαρία! Και τις πατάτες δεν τις έβαλες ακόμη; Τι κάνεις τόση ώρα;»
Γύρισα και την κοίταξα με το ταψί στο χέρι. Ήταν έντεκα το πρωί, το σπίτι είχε ήδη γεμίσει φωνές, πιάτα, καρέκλες που έσερναν στο πάτωμα, και εγώ ήμουν από τις επτά όρθια. Ο ιδρώτας μου κόλλαγε στην πλάτη και η πεθερά μου, η κυρία Ευανθία, στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας σαν επιστάτης.
«Κάνω ό,τι μπορώ», της είπα.
«Ό,τι μπορείς; Στα γενέθλια του άντρα σου δεν κάνουμε ό,τι μπορούμε. Κάνουμε αυτό που πρέπει.»
Εκεί κάτι έσπασε μέσα μου. Όχι απότομα. Ήσυχα. Σαν ποτήρι που ραγίζει από τη βάση και το ακούς μόνο εσύ.
Είμαι παντρεμένη με τον Στέλιο έξι χρόνια. Έχουμε ένα κοριτσάκι, τη μικρή μας Ειρήνη, και μένουμε στο Περιστέρι, σε διαμέρισμα που ακόμα το πληρώνουμε. Δουλεύω σε φαρμακείο πέντε μέρες τη βδομάδα, με σπαστό ωράριο, και τις υπόλοιπες ώρες τρέχω για το παιδί, το σπίτι, τα πάντα. Ο Στέλιος δεν είναι κακός άνθρωπος. Αυτό είναι το χειρότερο ίσως. Γιατί όταν ένας άνθρωπος δεν είναι κακός, όλοι σου λένε να κάνεις λίγο υπομονή.
Η πεθερά μου από την αρχή με έβλεπε σαν κοπέλα «που πρέπει να μάθει». Πώς στρώνουμε τραπέζι, πώς τυλίγουμε τα ντολμαδάκια, πώς καλωσορίζουμε τον κόσμο, πώς δεν αφήνουμε τον άντρα μας να σηκωθεί να πάρει μόνος του νερό γιατί «τι θα πει ο κόσμος». Στην αρχή γελούσα. Μετά το κατάπια. Μετά άρχισε να γίνεται κανονικότητα.
Στα γενέθλια του Στέλιου κάθε χρόνο το ίδιο έργο. Εκείνος στο σαλόνι με τους φίλους και τα ξαδέρφια του, μουσική, μπύρες, γέλια. Κι εγώ στην κουζίνα με την Ευανθία να μου δίνει εντολές λες και είχα προσληφθεί για σερβίρισμα.
Φέτος της το είχα πει από πριν.
«Θα παραγγείλουμε και κάποια πράγματα έτοιμα», της είπα στο τηλέφωνο. «Δεν γίνεται να τα κάνω όλα μόνη μου.»
Έμεινε σιωπηλή δυο δευτερόλεπτα.
«Έτοιμα; Για τα γενέθλια του παιδιού μου; Τι ντροπή είναι αυτή;»
Ο Στέλιος, όταν του το ανέφερα, ούτε που σήκωσε κεφάλι από το κινητό.
«Μην της δίνεις σημασία, μωρέ. Ξέρεις πώς είναι η μάνα μου.»
Ναι. Ήξερα. Αυτό ακριβώς ήταν το πρόβλημα.
Εκείνο το μεσημέρι, όσο ο κόσμος πλήθαινε, εγώ ένιωθα να μικραίνω. Η Ειρήνη τραβούσε τη μπλούζα μου.
«Μαμά, θα κάτσεις λίγο μαζί μου;»
Δεν πρόλαβα να της απαντήσω.
«Μαρία, τα ποτήρια για το κρασί πού είναι;» φώναξε η πεθερά μου από το σαλόνι.
Και μετά, μπροστά σε όλους:
«Άμα περιμένουμε από τη Μαρία, θα φάμε αύριο!»
Άκουσα δυο γέλια. Κάποιος έκανε ότι δεν άκουσε. Η αδελφή του Στέλιου χαμήλωσε το βλέμμα. Εγώ άφησα κάτω την κουτάλα και βγήκα από την κουζίνα.
«Αρκετά», είπα.
Έπεσε μια σιωπή πολύ βαριά. Ακόμα τη θυμάμαι.
Η Ευανθία με κοίταξε σαν να μην κατάλαβε.
«Τι είπες;»
«Είπα αρκετά. Δεν είμαι η μαγείρισσα της οικογένειας, ούτε η υπηρέτρια κανενός. Αν θέλετε γιορτή, θα τη χαρούμε όλοι. Δεν θα είμαι εγώ δέκα ώρες όρθια για να τρώτε και να σχολιάζετε.»
Ο Στέλιος πετάχτηκε πάνω.
«Μαρία, όχι τώρα…»
Γύρισα και τον κοίταξα. «Τώρα, Στέλιο. Μόνο τώρα. Γιατί όταν είμαι μόνη μου στην κουζίνα, κανείς δεν ακούει.»
Η πεθερά μου άρχισε να κοκκινίζει.
«Εγώ σε έβαλα στο σπίτι μας και έτσι μου μιλάς;»
«Στο σπίτι σας;» της είπα. «Εγώ με τον άντρα μου ζω, εγώ πληρώνω λογαριασμούς, εγώ μεγαλώνω παιδί εδώ μέσα. Είμαι οικογένεια, όχι το προσωπικό.»
Εκεί έγινε το κακό. Πέταξε την πετσέτα που κρατούσε πάνω στο τραπέζι.
«Στέλιο, αν αφήσεις αυτή τη γυναίκα να μου μιλάει έτσι, τελείωσε. Ή εγώ ή αυτή.»
Το είπε μπροστά σε όλους. Σαν χαστούκι.
Ο Στέλιος πάγωσε. Δεν μίλησε αμέσως. Και αυτή η παύση του πόνεσε πιο πολύ απ’ όλα.
«Μάνα, έλα, μη το τραβάς…» ψέλλισε.
«Δεν το τραβάω; Με προσβάλλει μέσα στα μούτρα μου!»
«Και εσείς τι κάνετε τόσα χρόνια;» φώναξα. «Με διατάζετε, με μειώνετε, με θέλετε μόνο να σερβίρω και να χαμογελάω!»
Η μικρή μου άρχισε να κλαίει. Η καρδιά μου κόπηκε. Την πήρα αγκαλιά και πήγα στο δωμάτιο. Άκουγα απ’ έξω φωνές, πόρτες, τον κόσμο να μαζεύει τσάντες άβολα, κάτι «άσ’ το τώρα», κάτι «κρίμα είναι». Ελληνική οικογένεια. Όλοι έχουν γνώμη, κανείς δεν έχει λύση.
Η Ευανθία έφυγε τελικά χτυπώντας την πόρτα. Και δεν έφυγε μόνο. Πήρε μαζί της και τον μισό κόσμο, μαζί και την ενοχή που άφησε μέσα στο σπίτι σαν καπνό.
Το βράδυ, όταν έφυγαν όλοι, ο Στέλιος κάθισε απέναντί μου στην κουζίνα. Τα πιάτα ήταν άπλυτα, η τούρτα μισολιωμένη, και εγώ άδεια.
«Έπρεπε να το κάνεις έτσι;» με ρώτησε χαμηλά.
Γέλασα, από τα νεύρα πιο πολύ.
«Έτσι; Δηλαδή πώς; Με σημείωμα; Με ραντεβού; Στέλιο, έξι χρόνια περιμένω να με δεις.»
Έτριψε το πρόσωπό του.
«Είναι μάνα μου.»
«Κι εγώ είμαι γυναίκα σου.»
Με κοίταξε, αλλά δεν είχε απάντηση. Αυτή η σιωπή ήταν που με αποτελείωσε. Όχι ο καβγάς. Η σιωπή του.
Από τότε υπάρχει ψύχρα. Η πεθερά μου παίρνει τηλέφωνο και κλαίει σε συγγενείς ότι την έδιωξα. Ο Στέλιος είναι μέσα στη μέση και κάνει τον πικραμένο. Κι εγώ; Εγώ για πρώτη φορά δεν ζήτησα συγγνώμη μόνο και μόνο για να ηρεμήσουν όλοι.
Ναι, φοβάμαι για τον γάμο μου. Δεν θα πω ψέματα. Όταν βάζεις όρια σε ανθρώπους που είχαν μάθει να σε πατάνε, σε λένε και κακιά, και αχάριστη, και διαλυτική. Τα ξέρω αυτά.
Αλλά ξέρω και κάτι άλλο. Αν εκείνη τη μέρα ξαναγύριζα στην κουζίνα σκυφτή, θα έχανα τον εαυτό μου λίγο ακόμα. Και είχα ήδη χάσει πολύ.
Πείτε μου ειλικρινά: μια γυναίκα μέσα στο ίδιο της το σπίτι πρέπει να αποδεικνύει συνέχεια ότι αξίζει σεβασμό;
Και ένας άντρας, όταν τον βάζουν να διαλέξει ανάμεσα στη μάνα και τη γυναίκα του, μήπως έχει ήδη αργήσει πολύ να πάρει θέση;