«Δεν είμαι η υπηρέτριά σας»: Η μέρα που ξέσπασα σε άντρα και κόρη όταν το σπίτι μας έγινε στέκι και κανείς δεν έβλεπε τον κόπο μου
«Ποιος έφαγε τα γεμιστά;» φώναξα από την κουζίνα πριν καλά καλά αφήσω τις σακούλες κάτω. Τα χέρια μου έτρεμαν, όχι από κούραση μόνο. Από εκείνο το βουβό νεύρο που σου ανεβαίνει όταν μετράς όλη μέρα τι θα κόψεις και τι θα κρατήσεις για να βγει ο μήνας.
Στο σαλόνι ήταν έξι παιδιά. Ίσως εφτά. Παπούτσια πεταμένα στην είσοδο, το κλιματιστικό ανοιχτό με μπαλκονόπορτα ορθάνοιχτη, φορτιστές σε κάθε πρίζα, γέλια, ψίχουλα, κουτάκια αναψυκτικού πάνω στο τραπεζάκι που είχα μόλις καθαρίσει το πρωί.
Η κόρη μου, η Ελένη, γύρισε και με κοίταξε σαν να την είχα ντροπιάσει.
«Μαμά, τι είναι αυτό τώρα;»
Τι είναι αυτό;
«Αυτό είναι ότι είχα μαγειρέψει για να φάμε αύριο κι έχει κάνει φτερά. Αυτό είναι ότι έδωσα σήμερα στο σούπερ μάρκετ ογδόντα τρία ευρώ και γύρισα σπίτι και δεν έχω ούτε ένα τάπερ να βάλω στο ψυγείο.»
Κανείς δεν μίλησε. Μόνο ένα κορίτσι ψιθύρισε ένα «συγγνώμη, κυρία» και κατέβασε τα μάτια.
Δεν είπα τίποτα άλλο τότε. Πήγα στην κουζίνα, άνοιξα τον νεροχύτη και είδα ποτήρια, πιάτα, ένα τηγάνι με ξεραμένο λάδι, και καφέδες μισούς παντού. Το σπίτι μου δεν έμοιαζε με σπίτι. Έμοιαζε με καφετέρια που έκλεισε άρον άρον και άφησαν την καθαρίστρια για μετά.
Και η καθαρίστρια ήμουν εγώ.
Ο Γιάννης ήρθε λίγο αργότερα από τη δουλειά. Ούτε που ταράχτηκε. Έβγαλε τα παπούτσια του, κοίταξε το σαλόνι, χαμογέλασε σχεδόν.
«Ε, νέοι είναι. Σπίτι με ζωή είναι αυτό. Μην τα παίρνεις όλα τόσο βαριά.»
Γύρισα και τον κοίταξα. Πραγματικά δεν ξέρω πώς δεν έσπασα εκείνη τη στιγμή.
«Σπίτι με ζωή; Ζωή είναι αυτό; Εγώ βλέπω λογαριασμούς, σούπερ μάρκετ, ρεύμα, νερά, φαγητά και μια γυναίκα που δεν κάθεται ούτε δέκα λεπτά.»
Η Ελένη πετάχτηκε.
«Υπερβάλλεις. Δύο ώρες κάθισαν τα παιδιά.»
«Δύο ώρες; Κάθε μέρα, Ελένη. Κάθε μέρα. Δύο, τρεις, τέσσερις. Άλλοτε εδώ, άλλοτε στην κουζίνα, άλλοτε να κάνουν μπάνιο πριν βγουν. Ποιος πληρώνει όλα αυτά; Εσύ;»
Κοκκίνισε.
«Δεν σου είπα να τα πληρώνεις όλα έτσι…»
«Αλλά τα πληρώνω.»
Ο Γιάννης έκανε αυτό το εκνευριστικό νεύμα με το χέρι, σαν να διώχνει μύγα.
«Μαρία, έλα τώρα. Μην κάνεις σκηνή στα παιδιά. Έτσι είναι οι νέοι. Κι εμείς φέρναμε φίλους.»
Εκεί ήταν που έσπασα.
«Όχι, Γιάννη. Εσύ έφερνες φίλους στο πατρικό σου, όπου η μάνα σου ίσως πάλι έτρεχε από πίσω σας και κανείς δεν της είπε ευχαριστώ. Εγώ όμως δεν θα το συνεχίσω αυτό. Δεν είμαι ούτε ταβέρνα, ούτε ξενοδοχείο, ούτε η υπηρέτριά σας.»
Το είπα τόσο δυνατά που πάγωσαν όλοι.
Η Ελένη δάγκωσε τα χείλη της. Είχε εκείνο το βλέμμα το μισό θυμό, το μισό ντροπή.
«Ρε μαμά, τι λες τώρα μπροστά σε όλους…»
«Λέω αυτά που έπρεπε να έχω πει μήνες πριν.»
Πήρα μια σακούλα από τη λαϊκή και την άδειασα στον πάγκο. Δυο ντομάτες, λίγες πατάτες, κολοκυθάκια, φέτα μικρή. Τα ακούμπησα ένα ένα.
«Αυτά πήρα μετρημένα. Ξέρεις γιατί; Γιατί ο λογαριασμός του ρεύματος ήρθε διακόσια σαράντα ευρώ. Γιατί το σούπερ μάρκετ έχει γίνει εφιάλτης. Γιατί σκέφτομαι αν θα βάλω κρέας δυο φορές την εβδομάδα ή μία. Και την ίδια ώρα εδώ μέσα καίγονται φώτα, δουλεύει το κλιματιστικό, ανοίγουν ψυγεία κάθε πέντε λεπτά και εξαφανίζονται τρόφιμα σαν να φυτρώνουν μόνα τους.»
Ένας από τους φίλους της σηκώθηκε αμήχανα.
«Να φύγουμε, παιδιά.»
Και έφυγαν σχεδόν όλοι χωρίς να μιλήσουν. Μόνο η κολλητή της, η Δάφνη, με πλησίασε στην πόρτα και είπε χαμηλά:
«Έχετε δίκιο, κυρία Μαρία. Συγγνώμη.»
Αυτό με αποτέλειωσε πιο πολύ κι από τον καβγά. Γιατί ένα ξένο παιδί κατάλαβε, και οι δικοί μου όχι.
Μόλις έκλεισε η πόρτα, έγινε χαμός.
«Μας έκανες ρεζίλι!» φώναξε η Ελένη.
«Εγώ; Εγώ σας έκανα ρεζίλι ή εσείς με έχετε κάνει αόρατη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι;»
Ο Γιάννης ύψωσε τη φωνή.
«Δεν είναι τρόπος αυτός. Θα μπορούσες να το πεις πιο ήρεμα.»
Γέλασα. Άσχημα. Πικρά.
«Πιο ήρεμα σού το λέω έναν χρόνο. Ότι κουράζομαι. Ότι δεν βγαίνουμε. Ότι δεν αντέχω να μαζεύω ποτήρια από τα ξένα παιδιά κάθε βράδυ. Κι εσύ τι μου λες; Ότι υπερβάλλω.»
Έπεσε μια σιωπή βαριά. Η Ελένη σταύρωσε τα χέρια, αλλά τα μάτια της είχαν αρχίσει να γυαλίζουν.
«Και τι θες να κάνω δηλαδή; Να μην έρχεται κανείς;» είπε πιο σιγά.
«Θέλω σεβασμό. Αυτό θέλω. Από σήμερα, αν έρθει φίλος, θα το ξέρω από πριν. Όχι πάνω από δύο άτομα. Όχι κάθε μέρα. Όχι φαγητά από το ψυγείο χωρίς να ρωτάς. Όποιος τρώει, μαζεύει. Όποιος κάθεται, σέβεται τον χώρο. Και εσύ θα βοηθάς. Πιάτα, σκούπα, μπάνιο, ό,τι αναλογεί. Δεν είσαι επισκέπτρια εδώ μέσα.»
Ο Γιάννης πήγε να πεταχτεί.
«Υπερβολές…»
Σήκωσα το χέρι.
«Όχι. Κι εσύ θα μπεις μέσα σε αυτό. Αν ξαναδείς το σπίτι έτσι, θα μιλήσεις. Θα σηκωθείς να μαζέψεις. Δεν θα είμαι μόνη μου ο κακός μπάτσος και η υπηρέτρια μαζί. Τέρμα.»
Η Ελένη με κοίταξε για ώρα. Μετά άφησε τα χέρια της να πέσουν.
«Δεν καταλάβαινα ότι ήταν τόσο χάλια,» είπε. «Νόμιζα… εντάξει, νόμιζα πως αφού ήσουν σπίτι, απλώς… γίνονταν.»
Αυτό το «απλώς γίνονταν» με τρύπησε. Γιατί ναι. Έτσι μας βλέπουν καμιά φορά. Σαν οι δουλειές να γίνονται μόνες τους. Το φαγητό να εμφανίζεται μόνο του. Το καθαρό πάτωμα να είναι φυσικό φαινόμενο.
Εκείνο το βράδυ, για πρώτη φορά μετά από μήνες, η Ελένη έπλυνε τα πιάτα χωρίς να της το ξαναπώ. Ο Γιάννης μάζεψε τα κουτάκια από το σαλόνι μουτρωμένος, αλλά τα μάζεψε. Δεν λύθηκαν όλα μαγικά, όχι. Την άλλη εβδομάδα ξανατσακωθήκαμε γιατί η Ελένη ήθελε να φέρει παρέα για «λίγο». Όμως αυτή τη φορά, όταν της είπα όχι, δεν γέλασε. Με άκουσε.
Και ίσως αυτό να ήταν η αρχή.
Πείτε μου ειλικρινά, έπρεπε να φτάσω να ουρλιάξω για να με δουν; Μια μάνα πρέπει πάντα να σπάει πρώτα για να την πάρουν στα σοβαρά;