«Ή υπογράφεις για την πώληση ή σταματάς να λες ότι είσαι με την οικογένεια», μου είπε ο αδελφός μου για το πατρικό μας

«Ή υπογράφεις για την πώληση ή σταματάς να λες ότι είσαι με την οικογένεια», μου είπε ο αδελφός μου μέσα στο γραφείο της συμβολαιογράφου.

Ήταν για το πατρικό μας στη Νέα Ιωνία Βόλου. Ένα παλιό διώροφο, με υγρασία στο ισόγειο και μια αυλή που η μάνα μου ακόμα λέει “η αυλή του πατέρα σας”. Ο πατέρας μου πέθανε τον Νοέμβριο και από τότε τρέχουμε με πιστοποιητικά, Ε9, ΔΕΗ, ΕΝΦΙΑ και χαρτιά για την αποδοχή κληρονομιάς.

Η αλήθεια είναι ότι όλοι χρειαζόμασταν τα λεφτά από την πώληση. Ο αδελφός μου είχε μείνει πίσω σε δόσεις από το μαγαζί του. Η μάνα μου ζει με τη σύνταξη χηρείας και φοβάται κάθε λογαριασμό. Κι εγώ δουλεύω με σύμβαση σε λογιστικό γραφείο, ο άντρας μου δεν έχει σταθερά μεροκάματα τελευταία, και η κόρη μας σπουδάζει στην Πάτρα.

Το σπίτι ήταν η μόνη μας σιγουριά. Αν πουλιόταν, θα έπαιρνε ο καθένας κάτι και θα ανάσαινε λίγο.

Μόνο που στο ισόγειο έμενε η γυναίκα που φρόντιζε τη γιαγιά μου τα τελευταία χρόνια. Δεν ήταν συγγενής. Είχε έρθει αρχικά λίγες ώρες τη μέρα, μετά έμενε τα βράδια όταν η γιαγιά δεν μπορούσε να σηκωθεί μόνη της. Όταν πέθανε η γιαγιά, ο πατέρας μου της είπε να μείνει εκεί προσωρινά, επειδή είχε χωρίσει και δεν μπορούσε να πληρώνει νοίκι.

Η μάνα μου το έλεγε πάντα καθαρά: «Τη βοηθήσαμε όσο μπορούσαμε. Δεν θα περάσει τώρα το σπίτι σε ξένα χέρια.»

Και κάπου μέσα μου συμφωνούσα. Όχι επειδή δεν τη λυπόμουν, αλλά επειδή σκεφτόμουν την κόρη μου. Σκεφτόμουν ότι αν βρεθούμε κι εμείς στριμωγμένοι, κανείς δεν θα μας χαρίσει τίποτα.

Μια εβδομάδα πριν πάμε στη συμβολαιογράφο, πήγα στο σπίτι να μαζέψω κάτι χαρτιά του πατέρα μου. Σε ένα συρτάρι, μέσα σε φάκελο από την τράπεζα, βρήκα ένα χειρόγραφο σημείωμα. Ο πατέρας μου έγραφε ότι ήθελε να μείνει η γυναίκα στο ισόγειο για τρία χρόνια χωρίς ενοίκιο, «γιατί κράτησε τη μάνα μου όρθια και δεν μου ζήτησε ποτέ παραπάνω απ’ όσα της έδινα».

Δεν ήταν κανονική διαθήκη, τουλάχιστον έτσι μου είπε η συμβολαιογράφος. Ήθελε έλεγχο, μήπως είχε νομική ισχύ, μήπως δημιουργούσε θέμα. Αλλά εγώ το είδα σαν τη φωνή του πατέρα μου.

Το λάθος μου ήταν ότι δεν το είπα αμέσως. Το κράτησα δύο μέρες στην τσάντα μου. Ήθελα, λέει, να βρω τον σωστό τρόπο. Στην πραγματικότητα φοβήθηκα τη φασαρία.

Όταν τελικά το έδειξα, ο αδελφός μου έγινε έξαλλος.

«Δηλαδή εσύ θα αποφασίσεις ότι θα μείνει μέσα και εμείς θα συνεχίσουμε να πληρώνουμε εξοδα;» μου είπε.

«Δεν αποφάσισα εγώ. Αυτό έγραψε ο πατέρας.»

«Ο πατέρας έλεγε πολλά όταν ένιωθε τύψεις. Εγώ χρωστάω στην τράπεζα τώρα, όχι πριν τρία χρόνια.»

Η μάνα μου δεν φώναξε. Αυτό ήταν χειρότερο.

«Κόρη μου, ο πατέρας σου πέθανε. Εμείς μείναμε. Έχεις πρώτα υποχρέωση στα δικά σου παιδιά και στον αδελφό σου.»

Την επόμενη μέρα πήγα να μιλήσω με τη γυναίκα. Περίμενα να μου πει ότι ο πατέρας μου της το είχε τάξει επίσημα. Αντί γι’ αυτό, μου είπε: «Αν θέλετε να φύγω, θα φύγω. Απλώς μη με βγάλετε από τη μια μέρα στην άλλη. Δουλειά δεν βρίσκω εύκολα πια, και τα λεφτά που είχα τα έδωσα τότε για τα φάρμακα της γιαγιάς σας και για κάτι επισκευές.»

Μου έδειξε αποδείξεις από φαρμακείο, υδραυλικό και σούπερ μάρκετ. Δεν ήταν όλα ξεκάθαρα, ούτε μπορούσα να ξέρω τι είχε πληρώσει ο πατέρας μου και τι εκείνη. Αλλά κατάλαβα ότι κι εμείς είχαμε βολευτεί όλα αυτά τα χρόνια. Η γιαγιά είχε άνθρωπο. Ο πατέρας δεν έτρεχε. Η μάνα μου δεν αγχωνόταν. Κι εγώ ερχόμουν τα Χριστούγεννα, έτρωγα στο τραπέζι και έλεγα ένα «ευχαριστώ» σαν να αρκούσε.

Στη συμβολαιογράφο δεν υπέγραψα. Ζήτησα να δώσουμε έξι μήνες προθεσμία, να βρεθεί λύση και να μην πουληθεί το σπίτι με άνθρωπο μέσα σαν να μην υπάρχει. Ο αδελφός μου είπε ότι τον πρόδωσα. Η μάνα μου δεν μου μιλάει σχεδόν καθόλου.

Ξέρω όμως ότι δεν είμαι αθώα. Εγώ έκρυψα το χαρτί. Εγώ είχα πεί στη γυναίκα, πριν καν μιλήσουμε όλοι, «μη φοβάσαι, δεν θα σε διώξουμε». Είπα μια υπόσχεση που δεν είχα δικαίωμα να δώσω. Και τώρα μπορεί να καθυστερώ μια πώληση που ίσως βοηθούσε πραγματικά τον αδελφό μου και την κόρη μου.

Δεν ξέρω αν υπερασπίζομαι το σωστό ή αν απλώς δεν αντέχω να νιώσω ότι πετάξαμε έναν άνθρωπο που μας στάθηκε. Αλλά από τότε, το πατρικό δεν το νιώθω πια σπίτι μας. Το νιώθω σαν κάτι που μας χωρίζει.

Εσείς τι πιστεύετε; Πρώτα χρωστάμε στους δικούς μας ανθρώπους, ακόμα κι αν αδικείται κάποιος άλλος, ή υπάρχει σημείο που η υποχρέωση προς έναν ξένο γίνεται και δική μας;