Έδωσα στον γιο μου όλες μου τις οικονομίες – Εκείνος πέτυχε και με ξέχασε. Όμως η ζωή κάνει κύκλους
«Μάνα, χρειάζομαι τη βοήθειά σου. Είναι η τελευταία μου ευκαιρία.»
Η φωνή του Νίκου έτρεμε στο τηλέφωνο. Ήταν ξημερώματα, κι εγώ καθόμουν στην κουζίνα, με τα χέρια μου γεμάτα πληγές από το χθεσινό πακετάρισμα στο εργοστάσιο. Δεν είχα κοιμηθεί καλά – πώς να κοιμηθείς όταν το παιδί σου παλεύει με τα όνειρά του και με τα χρέη του;
«Πες μου, παιδί μου. Ό,τι έχω είναι δικό σου», του απάντησα χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήξερα πως δεν είχα πολλά, αλλά ό,τι είχα το φύλαγα για εκείνον. Τα λίγα ευρώ που μάζευα τόσα χρόνια, τα είχα κρυμμένα σε ένα παλιό κουτί από μπισκότα κάτω από το στρώμα. Ήταν οι κόποι μιας ζωής – τα λεφτά που δεν ξόδεψα ποτέ για μένα.
Ο Νίκος ήταν πάντα το φως μου. Ο άντρας μου, ο Στέλιος, μας άφησε νωρίς – ένα τροχαίο στη λεωφόρο Συγγρού, μια βροχερή νύχτα που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Από τότε, ήμουν μόνη μου με το παιδί. Δούλευα μέρα-νύχτα σε αποθήκες, πρώτα στα υφάσματα, μετά στα τρόφιμα. Τα χέρια μου έγιναν τραχιά, τα νύχια μου κοντά και άσχημα, αλλά δεν με ένοιαζε. Κανείς δεν κοιτούσε τα χέρια μου – όλοι κοιτούσαν αν η δουλειά γινόταν.
Ο Νίκος ήταν καλός μαθητής. Πάντα διάβαζε, πάντα ήθελε να ξεφύγει από τη φτώχεια μας. Όταν πέρασε στο Πολυτεχνείο, έκλαψα από χαρά. Του έδωσα ό,τι μπορούσα – φαγητό, ρούχα, αγάπη. Κι όταν ήρθε εκείνο το τηλεφώνημα, ήξερα πως έπρεπε να κάνω το τελευταίο βήμα.
«Μάνα, αν δεν βρω αυτά τα λεφτά, θα χάσω τη δουλειά. Έχω μια ευκαιρία να ανοίξω δική μου εταιρεία πληροφορικής. Θα σου τα επιστρέψω όλα!»
Δεν περίμενα επιστροφή. Ποτέ δεν περίμενα τίποτα από τον Νίκο εκτός από λίγη αγάπη και ένα χαμόγελο. Την επόμενη μέρα πήγα στην τράπεζα και έβγαλα όλες τις οικονομίες μου – 18.000 ευρώ. Τα έδωσα στον Νίκο χωρίς δεύτερη σκέψη.
Τα χρόνια πέρασαν. Ο Νίκος πέτυχε – η εταιρεία του μεγάλωσε, αγόρασε διαμέρισμα στη Γλυφάδα, παντρεύτηκε την Ελένη, μια κοπέλα από καλή οικογένεια. Εγώ συνέχισα να δουλεύω στο εργοστάσιο, μέχρι που η μέση μου δεν άντεξε άλλο και με απέλυσαν.
Περίμενα ένα τηλεφώνημα, μια πρόσκληση για καφέ στο καινούριο του σπίτι. Τίποτα. Μόνο σπάνια μηνύματα: «Είμαι πολύ απασχολημένος», «Θα τα πούμε σύντομα». Η Ελένη δεν με ήθελε κοντά τους – το καταλάβαινα από το βλέμμα της όταν πήγα μια φορά απρόσκλητη να τους αφήσω γλυκά.
«Μαμά, μην έρχεσαι έτσι ξαφνικά», μου είπε ο Νίκος στην πόρτα, σχεδόν ψιθυριστά για να μην τον ακούσει η γυναίκα του.
Γύρισα σπίτι με τα γλυκά στο χέρι και την καρδιά μου βαριά. Η μοναξιά έγινε η συντροφιά μου. Οι φίλες μου είχαν εγγόνια να τις γεμίζουν χαρά – εγώ είχα μόνο φωτογραφίες του Νίκου στο κινητό.
Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ ζούσα με τη σύνταξη των 480 ευρώ. Τα λεφτά τελείωναν γρήγορα – ενοίκιο, φάρμακα, λογαριασμοί. Μια μέρα χτύπησε το κουδούνι: ήταν ο σπιτονοικοκύρης.
«Κυρία Μαρία, αν δεν πληρώσετε το ενοίκιο μέχρι το τέλος του μήνα, θα πρέπει να φύγετε.»
Ένιωσα να χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου. Πήρα τηλέφωνο τον Νίκο.
«Νίκο… χρειάζομαι βοήθεια. Δεν έχω να πληρώσω το ενοίκιο.»
Σιωπή στην άλλη άκρη της γραμμής.
«Μαμά… είναι δύσκολα τώρα… έχουμε έξοδα…»
Έκλεισα το τηλέφωνο χωρίς να πω άλλη λέξη. Εκείνο το βράδυ έκλαψα όσο είχα χρόνια να κλάψω.
Τις επόμενες μέρες προσπάθησα να βρω δουλειά – κανείς δεν ήθελε μια γυναίκα 65 χρονών με πονεμένη μέση και κουρασμένα χέρια. Οι φίλες μου πρότειναν να πάω σε κάποιο ίδρυμα ηλικιωμένων.
«Όχι ακόμα», τους είπα. «Θέλω να προσπαθήσω μόνη μου.»
Ένα απόγευμα, καθώς καθόμουν στο παγκάκι της πλατείας Βικτωρίας και σκεφτόμουν τι θα κάνω, άκουσα μια φωνή πίσω μου:
«Κυρία Μαρία; Εσείς είστε;»
Ήταν η Άννα, μια παλιά συνάδελφος από το εργοστάσιο.
«Έλα μαζί μας αύριο στη λαϊκή», μου είπε. «Χρειαζόμαστε βοήθεια στο πάγκο.»
Ξεκίνησα να δουλεύω στη λαϊκή αγορά – λίγες ώρες τη μέρα, λίγα ευρώ την εβδομάδα. Αλλά ένιωθα χρήσιμη ξανά.
Ένα πρωινό ήρθε ο Νίκος στη λαϊκή με την κόρη του – την εγγονή μου που είχα δει μόνο σε φωτογραφίες.
«Μαμά; Εσύ εδώ;»
Το βλέμμα του ήταν γεμάτο ντροπή.
«Ναι παιδί μου… Εδώ βρήκα δουλειά.»
Η μικρή με κοίταξε περίεργα.
«Μπαμπά, αυτή είναι η γιαγιά;»
Ο Νίκος κοίταξε κάτω.
«Ναι…»
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια είδα δάκρυα στα μάτια του.
Το ίδιο βράδυ ήρθε σπίτι μου.
«Συγγνώμη μαμά… Σε ξέχασα… Έτρεχα πίσω από λεφτά και επιτυχία και σε άφησα πίσω…»
Τον αγκάλιασα σφιχτά. Δεν είπα τίποτα – μόνο τον κράτησα όπως όταν ήταν μικρός και φοβόταν το σκοτάδι.
Από τότε ο Νίκος άλλαξε. Με πήρε σπίτι τους – η Ελένη στην αρχή ήταν ψυχρή, αλλά σιγά-σιγά άρχισε να με βλέπει αλλιώς όταν κατάλαβε πόσο πολύ αγαπούσα την οικογένειά τους.
Τώρα πια μεγαλώνω την εγγονή μου και βοηθάω όσο μπορώ στο σπίτι τους. Ο Νίκος συχνά κάθεται δίπλα μου και μιλάμε για τα παλιά – για τον Στέλιο, για τα χρόνια της φτώχειας, για τις θυσίες που έκανα.
Σκέφτομαι συχνά: Άξιζαν όλα αυτά; Μπορεί μια μάνα ποτέ να σταματήσει να συγχωρεί; Και εσείς… τι θα κάνατε αν ήσασταν στη θέση μου;