«Αν φύγεις τώρα, θα μας διαλύσεις»: Η δουλειά στη Θεσσαλονίκη που έβαλε την οικογένειά μου απέναντί μου
«Μη μου το ξαναπείς αυτό, γιατί δεν θα έρθω ούτε στο σταθμό να σε χαιρετήσω», μου είπε η μητέρα μου μέσα στην κουζίνα. «Δεν φτάνει που έχασα τον πατέρα σου, θα με αφήσεις κι εσύ με τον παππού;»
Είχα μόλις της πει ότι δέχτηκα μια θέση σε λογιστικό γραφείο στη Θεσσαλονίκη. Εδώ στην Αθήνα δουλεύω χρόνια με συμβάσεις, πότε σε γραφείο, πότε από το σπίτι, πότε τίποτα. Η καινούρια δουλειά δεν ήταν κανένα όνειρο με τεράστιο μισθό. Αλλά ήταν κανονική σύμβαση, ένσημα, σταθερό ωράριο και αρκετά χρήματα για να νοικιάσω ένα μικρό σπίτι χωρίς να μετράω κάθε μέρα τι θα μείνει στην κάρτα.
«Δεν σε αφήνω», της είπα. «Θα έρχομαι. Είναι μιάμιση ώρα με το αεροπλάνο, υπάρχουν ΚΤΕΛ, θα βρίσκουμε τρόπο.»
Γέλασε ειρωνικά. «Α, μάλιστα. Θα έρχεσαι τα Σαββατοκύριακα να βλέπεις τι σημαίνει να σηκώνεις έναν άνθρωπο από το κρεβάτι, να τον πηγαίνεις σε εξετάσεις στο νοσοκομείο και να τρέχεις στο φαρμακείο;»
Ο παππούς μένει μαζί μας από τότε που έπεσε στο μπάνιο πριν από δυο χρόνια. Η μητέρα μου είναι αυτή που κάνει σχεδόν όλα: φαγητό, φάρμακα, πάνες, ραντεβού στο Κέντρο Υγείας όταν δεν βρίσκουμε γρήγορα ραντεβού στο νοσοκομείο. Εγώ βοηθάω μετά τη δουλειά και τα Σαββατοκύριακα. Δεν μπορώ να πω ότι δεν κουράζομαι, αλλά αν είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν είχα το βάρος που είχε εκείνη.
Το χειρότερο είναι ότι δεν της το είπα όταν έστειλα βιογραφικά. Το ήξερα σχεδόν τρεις εβδομάδες ότι είχα συνέντευξη. Μετά ήξερα άλλες τέσσερις μέρες ότι με πήραν. Το κράτησα κρυφό γιατί φοβόμουν ακριβώς αυτή την κουβέντα.
Η αδερφή μου, που μένει δυτικά προάστια και έχει δύο παιδιά, είπε στο οικογενειακό τραπέζι: «Δεν γίνεται να φύγεις έτσι. Η μαμά δεν είναι ρομπότ.»
Της απάντησα απότομα: «Κι εσύ πόσες φορές ήρθες τον τελευταίο μήνα να μείνεις ένα απόγευμα με τον παππού;»
Κοκκίνισε και μου είπε ότι δεν ξέρω τι περνάει με τα παιδιά και τα δάνεια της. Και έχει δίκιο. Ο άντρας της δουλεύει όλη μέρα, εκείνη κάνει ιδιαίτερα για να βγαίνουν τα ψώνια και το ενίκιο. Δεν είναι ότι κάθεται. Απλώς εκείνη μπορεί να λέει “δεν προλαβαίνω”, ενώ εγώ είχα μάθει να λέω “θα το κάνω εγώ”.
Η μητέρα μου δεν μου ζήτησε ποτέ ξεκάθαρα να μη φύγω. Μου έλεγε όμως συνέχεια: «Εσύ τουλάχιστον είσαι εδώ», «αν δεν ήσουν εσύ, δεν ξέρω τι θα έκανα», «εσύ καταλαβαίνεις». Κι εγώ το άκουγα σαν υποχρέωση. Μπορεί να το έκανε από φόβο, μπορεί να το έκανε χωρίς να το σκέφτεται. Αλλά κι εγώ δεν έβαλα ποτέ όριο. Έλεγα ναι, μετά εκνευριζόμουν, μετά μιλούσα άσχημα και στο τέλος ένιωθα απαίσια.
Δυο μέρες μετά τον καβγά, βρήκα τη μητέρα μου να μιλάει στο τηλέφωνο με μια κυρία από πρόγραμμα «Βοήθεια στο Σπίτι» του δήμου. Είχε ήδη ρωτήσει για βοήθεια, αλλά δεν μου το είχε πει. Όταν έκλεισε, μου είπε: «Είχα κάνει αίτηση παλιά. Τότε μου είπες να το αφήσουμε, γιατί ο παππούς ντρέπεται με ξένους.»
Το είχα ξεχάσει τελείως. Είχα πει να το αφήσουμε επειδή ο παππούς είχε αντιδράσει, κι επειδή εγώ νόμιζα ότι θα αντέχαμε όλοι. Συμφωνησα τότε εύκολα, χωρίς να σκέφτομαι ότι τελικά η μητέρα μου θα σήκωνε το περισσότερο βάρος.
Της είπα ότι μπορώ να μην πάω. Το είπα και το εννοούσα εκείνη τη στιγμή. Αλλά μόλις το ξεστόμισα, ένιωσα ένα σφίξιμο, σαν να αποφάσιζα πάλι για τη ζωή μου με βάση το ποιος θα στεναχωρηθεί λιγότερο.
Με κοίταξε και είπε πιο ήσυχα: «Δεν θέλω να μη πας επειδή σε έκανα να νιώσεις τύψεις. Θέλω μόνο να μη μας πετάξεις όλους σε μια κατάσταση και μετά πεις “βρείτε τα”.»
Τελικά συμφωνήσαμε να πάω για αρχή με ένα τρίμηνο δοκιμαστικό. Η αδερφή μου θα αναλάβει δύο συγκεκριμένα απογεύματα, όχι “όποτε μπορεί”. Η μητέρα μου θα προχωρήσει την αίτηση για βοήθεια στο σπίτι, όσο κι αν γκρινιάξει ο παππούς. Κι εγώ θα καλύπτω ένα μέρος για μια γυναίκα που θα έρχεται επιπλέον, αν βρούμε κάποια αξιόπιστη.
Δεν νιώθω ανακουφισμένη όπως περίμενα. Νιώθω και χαρά και ενοχή μαζί. Φοβάμαι ότι θα αποτύχω στη νέα δουλειά και θα έχω αναστατώσει τους πάντες χωρίς λόγο. Φοβάμαι όμως περισσότερο ότι, αν μείνω μόνο και μόνο για να μη στεναχωρήσω κανέναν, θα αρχίσω να τους κατηγορώ μέσα μου.
Εσείς τι πιστεύετε; Μπορείς να κυνηγήσεις τη δική σου ζωή χωρίς να προδώσεις τις προσδοκίες των ανθρώπων που αγαπάς;