«Αν δεν βγαίνεις πρώτη, δεν θα σε θέλει κανείς»: Η κουβέντα της πεθεράς μου που άκουσε η κόρη μου

«Αν δεν βγαίνεις πρώτη, δεν θα σε θέλει κανείς στην ομάδα σου», άκουσα την πεθερά μου να λέει στην κόρη μου μέσα από την κουζίνα.

Η μικρή είναι εννέα χρονών. Είχε γυρίσει από το κολυμβητήριο στεναχωρημένη, επειδή τερμάτισε τέταρτη σε μια προπόνηση. Όχι σε αγώνα. Σε προπόνηση.

Μπήκα στο σαλόνι και την είδα κουλουριασμένη στον καναπέ, με το μαγιό ακόμα μέσα στην τσάντα.

«Τι της λες;» τη ρώτησα.

Η πεθερά μου δεν σήκωσε καν τον τόνο της. «Την ετοιμάζω για τη ζωή. Εσείς όλα τα κάνετε χαϊδευτικά και μετά απορείτε γιατί στεναχωριέται με το παραμικρό.»

Η κόρη μου με κοίταζε χωρίς να μιλάει. Αυτό με πείραξε πιο πολύ. Σαν να περίμενε να δει ποια από τις δύο θα πιστέψω.

Η πεθερά μου κρατάει τη μικρή από τότε που ήταν μωρό, γιατί κι εγώ με τον άντρα μου δουλεύουμε. Εγώ είμαι σε γραφείο λογιστή στον Πειραιά και εκείνος κάνει διανομές με βανάκι. Πολλές φορές δεν είχαμε άλλη λύση. Την έπαιρνε από το σχολείο, της ζέσταινε φαγητό, την πήγαινε αγγλικά. Δεν μπορώ να πω ότι δεν έχει βοηθήσει. Μας έχει ξελασπώσει άπειρες φορές.

Αλλά τους τελευταίους μήνες έβλεπα πράγματα και έκανα πως δεν τα βλέπω. Η μικρή ρωτούσε συνέχεια αν η ξαδέρφη της πήρε καλύτερο βαθμό. Αν έχανε σε επιτραπέζιο, θύμωνε υπερβολικά. Μια μέρα μου είπε: «Μαμά, όταν μεγαλώσω και δεν είμαι καλή σε κάτι, θα με αγαπάτε πάλι;»

Της είπα βιαστικά «τι χαζά είναι αυτά;», ενώ έφτιαχνα τάπερ για την επόμενη μέρα. Εκεί είναι που ντρέπομαι τώρα. Δεν κάθισα να τη ρωτήσω από πού της μπήκε αυτό.

Εκείνο το απόγευμα είπα στην πεθερά μου ότι για λίγο δεν θέλω να μένει μόνη της με τη μικρή.

«Δηλαδή με λες κακή γιαγιά;» μου είπε.

«Δεν είπα αυτό. Λέω ότι δεν θέλω να της μιλάει κανείς σαν να πρέπει να αποδείξει την αξία της.»

«Και εσύ τι κάνεις;» πετάχτηκε ο άντρας μου. «Δεν της λες μπροστά της ότι ο μπαμπάς αργεί γιατί “αν δεν δουλέψει, δεν θα βγαίνει ο μήνας”; Δεν την έχεις φορτώσει κι εσύ με άγχη;»

Εκεί κόμπλαρα, γιατί είχε δίκιο. Το είχα πει αρκετές φορές, κυρίως όταν ήμουν κουρασμένη και νευριασμένη. Δεν το έλεγα για να τη φοβίσω. Αλλά τι σημασία έχει τι εννοούσα εγω;

Η πεθερά μου άρχισε να κλαίει. Μας είπε ότι ο δικός της πατέρας σύγκρινε συνέχεια εκείνη με την αδερφή της και πως, όταν έμενε δεύτερη σε οτιδήποτε, την έλεγε «λίγη». «Εγώ τουλάχιστον θέλω να γίνει δυνατή», είπε.

Δεν την δικαιολόγησα, αλλά για πρώτη φορά κατάλαβα ότι δεν το έκανε επειδή μισεί το παιδί. Μάλλον έτσι έμαθε να δείχνει ενδιαφέρον. Με πίεση, σύγκριση και φόβο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να το συνεχίσουμε.

Για δύο εβδομάδες η μικρή έμενε στο ολοήμερο και μετά πηγαίναμε εμείς να την πάρουμε, όσο δύσκολο κι αν ήταν με τις δουλειές. Η πεθερά μου θύμωσε πολύ, η κουνιάδα μου είπε ότι την ταπεινώσαμε και ο άντρας μου στην αρχή μου κρατούσε μούτρα. Εγώ πάλι ένιωθα τύψεις, γιατί ήξερα πόσο μόνη θα ένιωθε στο σπίτι της.

Μετά από λίγες μέρες, η πεθερά μου ζήτησε να μιλήσουμε. Μου είπε: «Δεν ξέρω να το κάνω αλλιώς, αλλά δεν θέλω να με φοβάται.»

Δεν της υποσχέθηκα ότι όλα θα γίνουν όπως πριν. Συμφωνησαμε ότι θα βλέπει τη μικρή με εμάς παρόντες στην αρχή και ότι δεν θα σχολιάζει βαθμούς, κιλά, επιδόσεις ή σύγκριση με την ξαδέρφη της. Αν ξεφύγει, θα της το λέμε εκείνη τη στιγμή.

Η κόρη μου ακόμα κοιτάει πρώτα το πρόσωπό μου όταν κάνει λάθος. Προσπαθώ να μην τρέχω αμέσως να τη διορθώσω, ούτε να της λέω μεγάλα λόγια. Της λέω μόνο: «Σε βλέπω. Πάμε να το ξαναδοκιμάσεις αν θέλεις.»

Δεν ξέρω αν η πεθερά μου θα αλλάξει. Ούτε εγώ είμαι σίγουρη ότι θα αλλάξω εύκολα τις δικές μου κουβέντες όταν αγχώνομαι. Αλλά δεν θέλω η ηρεμία του σπιτιού να αγοράζεται με τον φόβο του παιδιού μου.

Πιστεύετε ότι τέτοια βαθιά μαθημένα μοτίβα μπορούν όντως να αλλάξουν ή απλώς μαθαίνουμε να τα κρύβουμε καλύτερα;