«Μη μου ξαναφέρεις τη μάνα σου σπίτι», είπα στον άντρα μου — και τότε εκείνη με κοίταξε σαν να μην με είχε ξαναδεί ποτέ
«Μη μου ξαναφέρεις τη μάνα σου σπίτι», είπα στον άντρα μου στην κουζίνα, ενώ εκείνη καθόταν στο σαλόνι και φώναζε την κόρη μας με το όνομα της αδερφής του.
Εκείνος με κοίταξε λες και του είχα πει να την πετάξει στον δρόμο.
«Και πού να την πάω; Στο σπίτι της είναι μόνη. Σήμερα άφησε το μάτι της κουζίνας ανοιχτό.»
«Δεν είπα να την πετάξεις. Είπα ότι δεν μπορώ άλλο να έρχεται εδώ, να ψάχνει τα συρτάρια μου και να λέει στα παιδιά ότι τους κρύβω τα λεφτά.»
Η πεθερά μου είναι 78. Μέχρι πριν από έναν χρόνο ήταν δύσκολος άνθρωπος, αλλά λειτουργική. Έμενε μόνη της στο παλιό της διαμέρισμα στο Περιστέρι, έπαιρνε τη σύνταξή της, πήγαινε στη λαϊκή, ήξερε τα πάντα για όλους. Και κυρίως ήξερε να με πληγώνει χωρίς να σηκώνει τη φωνή.
Όταν παντρευτήκαμε, δεν της άρεσε τίποτα. Ούτε που δούλευα σε φούρνο με βάρδιες, ούτε που νοικιάζαμε αντί να μένουμε στο δικό της ισόγειο, ούτε που δεν έκανα παιδί αμέσως. Όταν γεννήθηκε η κόρη μας, έλεγε μπροστά μου: «Το παιδί θέλει τη γιαγιά του, όχι ξένες γυναίκες που το αφήνουν σε παιδικούς σταθμούς».
Κι εγώ δεν ήμουν άγια. Κρατούσα μέσα μου πράγματα χρόνια και μετά ξεσπούσα άσχημα. Έκοψα επισκέψεις, δεν απαντούσα σε τηλέφωνα, έβαζα τον άντρα μου στη μέση. Υπήρχαν φορές που ήξερα ότι είχε ανάγκη να δει τα εγγόνια της και έλεγα «δεν προλαβαίνουμε», ενώ απλώς δεν ήθελα να την αντικρίσω.
Τον τελευταίο καιρό όμως άλλαξε. Στην αρχή το ρίξαμε στην ηλικία. Έχασε δύο φορές την κάρτα της τράπεζας. Μετά πήγε στο φαρμακείο και ζήτησε τα χάπια του πεθερού μου, που έχει πεθάνει δεκατρία χρόνια. Μια μέρα πήρε την κόρη μας από το σχολείο χωρίς να μας πει τίποτα, ενώ η μικρή ήταν γραμμένη στο ολοήμερο. Ευτυχώς η δασκάλα την γνώριζε και μας πήρε αμέσως.
Ο άντρας μου την πήγε σε νευρολόγο στο Αττικόν. Μας είπε ότι χρειάζονται εξετάσεις και παρακολούθηση, ότι πιθανότατα αρχίζει άνοια. Δεν άκουσα σχεδόν τίποτα από όσα έλεγε. Κοιτούσα την πεθερά μου, που ρώταγε κάθε λίγο: «Γιατί είμαστε εδώ;».
Μετά τη διάγνωση, ο άντρας μου άρχισε να πηγαίνει κάθε μέρα σπίτι της. Της άφηνε φαγητό, έλεγχε αν πήρε τα φάρμακα, πλήρωνε λογαριασμούς από το e-banking της γιατί είχε αρχίσει να μπερδεύει τις ημερομηνίες. Η αδερφή του μένει στην Πάτρα και έλεγε στο τηλέφωνο πως θα βοηθήσει, αλλά πρακτικά έστελνε καμιά φορά χρήματα και συμβουλές.
Εγώ έλεγα ότι θα βοηθήσω όσο μπορώ. Μέχρι που ένα απόγευμα η πεθερά μου ήρθε στο σπίτι μας με ταξί. Είχε δώσει στον οδηγό ένα χαρτάκι με τη διεύθυνση. Δεν θυμόταν πώς βρέθηκε εκεί.
Μπήκε μέσα, με είδε και είπε: «Εσύ ποια είσαι;»
Δεν ξέρω γιατί, αλλά εκείνη τη στιγμή μου βγήκε πίκρα. Της είπα: «Η ξένη γυναίκα που μεγάλωσε τα εγγόνια σου, θυμάσαι;»
Ο άντρας μου μου είπε χαμηλόφωνα: «Μη το κάνεις αυτό.»
Και είχε δίκιο. Αλλά ήμουν κουρασμένη. Δουλειά, παιδιά, δόση αυτοκινήτου, ενοίκιο που ανέβηκε, και τώρα να οργανώνουμε και τη ζωή μιας γυναίκας που τόσα χρόνια οργάνωνε τη δική μας χωρίς να τη ρωτήσουμε.
Την επόμενη εβδομάδα, βρήκαμε σε ένα συρτάρι της ένα τετράδιο. Είχε γραμμένα έξοδα, ονόματα συγγενών, παλιές συνταγές. Σε μια σελίδα είχε γράψει: «Να μην αφήσω το σπίτι να το πάρει η νύφη». Το είχε υπογραμμίσει δύο φορές.
Ένιωσα να βράζω. Είπα στον άντρα μου ότι ακόμη κι έτσι, κάτι μέσα της ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Εκείνος θύμωσε.
«Δεν είναι όλα σχέδιο. Η γιατρός είπε ότι κολλάει σε παλιές φοβίες.»
«Και εγώ τι είμαι; Η παλιά της φοβία;» του απάντησα.
Δύο μέρες μετά, η πεθερά μου έπαθε κρίση πανικού μέσα στη νύχτα. Νόμιζε ότι κάποιος είχε μπει στο σπίτι της. Ο άντρας μου έτρεξε εκεί, κι εγώ έμεινα με τα παιδιά. Γύρισε το πρωί εξαντλημένος και μου είπε ότι δεν γίνεται να μείνει άλλο μόνη της. Συζητάμε για βοήθεια στο σπίτι μέσω του δήμου, αλλά ξέρουμε ότι δεν φτάνει. Κοιτάμε και μονάδες φροντίδας, αλλά τα χρήματα δεν βγαίνουν εύκολα και εκείνη ακόμη αντιδράει.
Χθες ήρθε πάλι σε μας. Καθόταν ήσυχα στον καναπέ, κρατώντας τη φωτογραφία του γάμου μας που είχε δει στον μπουφέ. Με ρώτησε αν είναι ο γιος της δίπλα μου.
Της είπα ναι.
Με κοίταξε για ώρα και είπε: «Να τον προσέχεις. Είναι καλό παιδί. Μόνο μην τον κάνεις να στεναχωριέται.»
Ήθελα να της πω τόσα. Για τις προσβολές, για τα τηλεφωνήματα στον άντρα μου όπου του έλεγε ότι τον απομακρύνω από την οικογένειά του, για τις φορές που με έκανε να νιώθω λίγη. Αλλά απλώς της έφερα νερό και της έβαλα μια κουβέρτα στα πόδια.
Δεν σημαίνει ότι τη συγχωρέσω. Ούτε ότι ξαφνικά δεν θυμάμαι. Απλώς με τρομάζει η ιδέα ότι ένας άνθρωπος μπορεί να χαθεί ενώ είναι ακόμα μπροστά σου, και να μείνει σε σένα μόνο ό,τι του χρεώνεις.
Εσείς πιστεύετε ότι η άνοια μειώνει την ευθύνη για τον πόνο που έχει προκαλέσει κάποιος ή δεν αλλάζει τίποτα σε αυτά που θυμάται η οικογένεια;