«Δεν μπορώ να είμαι εγώ η μόνιμη λύση για τη μητέρα σου» — και ξαφνικά έγινα η κακιά της οικογένειας

«Δηλαδή θα αφήσεις τη μάνα μου μόνη της επειδή κουράστηκες;» μου είπε ο άντρας μου στην κουζίνα, μπροστά στην κόρη μας.

Δεν φώναζε, κι αυτό με πείραξε περισσότερο. Το είπε σαν να ήταν αυτονόητο ότι εγώ έπρεπε να συνεχίσω. Σαν να μην υπήρχε καν συζήτηση.

Η πεθερά μου έπεσε πριν από τρεις μήνες στο σπίτι της στο Περιστέρι και έσπασε το ισχίο της. Πήγαμε στο Αττικόν, έγινε το χειρουργείο, μετά φυσικοθεραπείες και επιστροφή σπίτι. Ο άντρας μου δουλεύει σε συνεργείο αυτοκινήτων στον Κολωνό και γυρίζει αργά. Η αδερφή του μένει στα Χανιά και έλεγε ότι «δεν μπορεί να αφήσει τα παιδιά». Οπότε, χωρίς να το πούμε καθαρά ποτέ, ανέλαβα εγώ.

Κάθε πρωί, πριν πάω στη δουλειά μου σε ένα λογιστικό γραφείο στο Αιγάλεω, περνούσα από εκεί. Της έφτιαχνα καφέ, άφηνα φαγητό, κοίταζα τα φάρμακα, την βοηθούσα να κάνει μπάνιο όταν χρειαζόταν. Μετά έτρεχα πίσω να πάρω την κόρη μας από το σχολείο, να μαγειρέψω, να κάνω τα δικά μας.

Στην αρχή δεν μου ζήτησε κανείς να το κάνω. Μόνη μου το πήρα πάνω μου. Έλεγα «μέχρι να σταθεί λίγο στα πόδια της». Μόνο που αυτό το λίγο έγινε εβδομάδες και μετά μήνες.

Η πεθερά μου δεν είναι κακός άνθρωπος. Μερικές φορές μου έλεγε «παιδί μου, κάτσε να πιεις έναν καφέ» και μου κρατούσε το χέρι. Άλλες φορές όμως, αν αργούσα δέκα λεπτά, με έπαιρνε τηλέφωνο πανικόβλητη.

«Πού είσαι; Δεν έχω πάρει το χάπι των έντεκα.»

«Σας το έχω αφήσει στο κουτάκι, δίπλα στο νερό.»

«Εγώ δεν βλέπω καλά, εσύ ξέρεις.»

Και ξαναγύριζα πίσω. Ακόμα κι όταν ήμουν ήδη έξω από το γραφείο μου.

Το χειρότερο είναι ότι δεν είπα τίποτα νωρίς. Στον άντρα μου έλεγα «εντάξει, θα περάσω εγώ». Δεν ήθελα να τσακωθούμε, ούτε να φανεί ότι δεν νοιάζομαι. Και, να πω την αλήθεια, ένιωθα κι εγώ χρήσιμη. Όταν μου έλεγε η πεθερά μου «αν δεν ήσουν εσύ, δεν ξέρω τι θα έκανα», κάτι μέσα μου μαλάκωνε.

Μέχρι που άρχισα να μην κοιμάμαι. Να ξυπνάω με ταχυπαλμία μήπως ξέχασα κάποιο φάρμακο. Να νευριάζω με την κόρη μου επειδή άφηνε την τσάντα της στο σαλόνι. Μια μέρα έκλαψα μέσα στο αυτοκίνητο, παρκαρισμένη έξω από το σπίτι της πεθεράς μου, και ντράπηκα τόσο πολύ που δεν ανέβηκα για είκοσι λεπτά.

Έψαξα στο ΚΕΠ για το «Βοήθεια στο Σπίτι» του δήμου και μίλησα και με μια κυρία για λίγες ώρες φροντίδας την εβδομάδα. Δεν ήταν δωρεάν, αλλά μπορούσαμε να μοιραστούμε το κόστος με την αδερφή του άντρα μου. Όταν το πρότεινα στο οικογενειακό τραπέζι, έπεσε σιωπή.

Η αδερφή του είπε από το κινητό: «Εγώ δεν μπορώ οικονομικά αυτή την περίοδο.»

Ο άντρας μου είπε: «Να δίνουμε λεφτά σε ξένο άνθρωπο, ενώ είσαι εσύ κοντά;»

Κι εγώ, αντί να εξηγήσω πόσο άσχημα ήμουν, είπα απότομα: «Γιατί πρέπει να είμαι εγώ κοντά; Επειδή είμαι η νύφη;»

Εκεί χάλασε τελείως η κουβέντα. Η πεθερά μου κατέβασε το βλέμμα και ο άντρας μου μου είπε αργότερα πως την πρόσβαλα. Μπορεί και να την πρόσβαλα. Δεν το σκέφτηκα εκείνη την ώρα.

Προχθές, όταν μου είπε ότι την “αφήνω μόνη”, του απάντησα ότι από την επόμενη εβδομάδα θα πηγαίνω μόνο τρεις φορές, συγκεκριμένες ώρες. Τα υπόλοιπα θα τα κανονίσουμε αλλιώς. Μου είπε ότι έγινα σκληρή και ότι η μάνα του φοβάται.

Πήγα μετά στην πεθερά μου να της το πω η ίδια. Περίμενα να κλάψει ή να μου πει ότι την εγκαταλείπω. Αντί γι’ αυτό, έμεινε λίγο σιωπηλή και είπε: «Νόμιζα ότι το ήθελες. Κάθε φορά που σε ρωτούσα, μου έλεγες “μην ανησυχείτε, θα τα κάνω εγώ”.»

Είχε δίκιο. Της είχα δώσει αυτή την εντύπωση. Μετά μου είπε κάτι που δεν ήξερα: η ίδια είχε πει στον γιο της να μη με πιέζει τόσο, αλλά εκείνος της απάντησε πως “εγώ τα καταφέρνω και δεν παραπονιέμαι”.

Δεν ξέρω αν το είπε για να με προστατέψει ή για να βγάλει από πάνω του το βάρος. Ίσως και τα δύο. Ξέρω μόνο ότι δεν θέλω να αφήσω έναν άνθρωπο αβοήθητο, αλλά δεν αντέχω άλλο να ζω σαν να μην έχω δικαίωμα να κουραστώ.

Ακόμα νιώθω ενοχές και φοβάμαι μήπως όλοι με θυμούνται σαν την άκαρδη νύφη. Αλλά ίσως έφταιξα κι εγώ που έλεγα συνέχεια «ναι», ενώ μέσα μου ήθελα να φωνάξω «δεν μπορώ». Εσείς πιστεύετε ότι το να βάζεις όρια για την ψυχική σου ηρεμία είναι φροντίδα ή προδοσία;