Όταν η Αγάπη Πονάει: Η Ιστορία Μιας Προδοσίας και Ενός Σκληρού Διλήμματος

«Γιατί αργείς, Δαμιανέ; Τα παιδιά κοιμούνται εδώ και ώρα…» άκουσα τη φωνή να βγαίνει σιγανή, σχεδόν ψιθυριστή, αλλά με μια νύξη πάγου φαρμακερότερου από το βοριά που μου έκλεινε τα παράθυρα του μυαλού. Δεν πήρα απάντηση. Ούτε βήματα, ούτε κάποιο σημάδι πως ο Δαμιανός άκουσε καν – ίσως γιατί δεν ήταν εκεί. Ή μάλλον, δεν ήταν ποτέ εκεί όπως ήμουν εγώ. Έμεινα να χαϊδεύω την κούπα μου, μία ακόμα νύχτα στην κουζίνα μας στο Παγκράτι, να βλέπω τα φώτα της διπλανής πολυκατοικίας να παίζουν σαν μικρά μάτια που παρακολουθούν διακριτικά.

Μια ανάσα. Ένα σήκωμα της καρδιάς. Το μυαλό μου ξετύλιγε τα λόγια που του είχα πει το απόγευμα καθώς μου ανακοίνωνε ψυχρά πως «θ’ αργήσω στη δουλειά, μην περιμένεις». Πόσες φορές πλέον το είχε πει; Πόσες φορές είχα προσπαθήσει να πείσω τον εαυτό μου πως όλα είναι φυσιολογικά, πως έτσι είναι οι άντρες στην κρίση τους;

Και τότε ήρθε εκείνο το μήνυμα. Το κινητό άναψε, το όνομα εμφανίστηκε:
“Μονίκα: Σ’ ευχαριστώ για τα χθες… Ήσουν όλα όσα ονειρευόμουν.”

Το στομάχι μου γύρισε. Δεν τόλμησα να διαβάσω παρακάτω. Το σώμα μου παρέλυε, λες και είχε σπάσει κάτι μέσα μου αμετάκλητα. Δεν μπόρεσα να κρατηθώ, άρπαξα το παλτό και βγήκα στη βεράντα. Ο αέρας μύριζε γιασεμί, αλλά εγώ ένοιωθα ότι πνιγόμουν στη δική μου προδοσία.

«Δεν θες να συνεχίσουμε;», του είχα πει, πέντε μήνες πριν. Όταν ήδη φαινόταν στο βλέμμα του ότι κάτι είχε αλλάξει. «Έχεις κάτι, Δαμιανέ; Ή είμαι εγώ που φαντάζομαι τα πάντα;»

Το βλέμμα του απέφευγε το δικό μου εκείνο το βράδυ, κοίταζε επίμονα το πάτωμα. “Είσαι πιεστική, Άννα. Όλα καλά είναι,” μου απάντησε. Μα στην Ελλάδα, η σιωπή όταν όλα υποτίθεται πως είναι καλά, είναι φωνή δυνατότερη και από σειρήνες ασθενοφόρου. Θα έπρεπε να έχω καταλάβει.

Έπεσα πάνω στην αλήθεια σαν να κινδύνεψε το παιδί στο δρόμο: άμεσα, σκληρά, απρόσμενα. Τι να πεις σε φίλες που χρόνια τώρα τους τα διηγούσουν όλα;

«Οι άντρες αυτά τα κάνουν…», ψιθύρισε η Ευγενία κρατώντας με να μη σωριαστώ. «Αν τον αγαπάς… να προσπαθήσεις να το σώσεις. Έχεις τα παιδιά.»

Μα εμένα η φωνή μέσα μου ούρλιαζε “Και εσύ; Ποιος θα σε σώσει εσένα;”

Το ίδιο βράδυ, βρήκα το κουράγιο να τον περιμένω ξύπνια. Ο χρόνος κομμάτια, το κάθε λεπτό βαρίδι. Η μύτη μου κόκκινη, τα μάτια στεγνά – όλα όσα προλαβαίνουν να στεγνώσουν όταν πονάνε πολύ. Όταν άκουσα το κλειδί στην πόρτα, χτυπούσε η καρδιά μου πιο δυνατά από κάθε άλλη φορά.

«Πού ήσουν;», του είπα όταν μπήκε μέσα. Η φωνή μου έτρεμε. «Η Μονίκα σου στέλνει μηνύματα τη νύχτα. Εγώ γιατί είμαι εδώ;»

Στάθηκε δυο βήματα από τη καναπέτα, το φως της κουζίνας να του μαρκάρει το πρόσωπο. «Άννα, δεν μπορώ να το αρνηθώ. Έκανα ένα λάθος. Δεν ήθελα να σε πληγώσω.»

«Λάθος; Αυτά τα λάθη έχουν καταστρέψει ζωές. Εμένα με ρώτησες αν αντέχω άλλη μια νύχτα χωρίς εσένα; Ή μήπως την Μονίκα;», φώναξα σχεδόν χωρίς να αναπνέω.

Έκλεισε το κεφάλι, τα μάτια του υγρά. «Δεν ήθελα να φτάσουμε εδώ. Μπλέχτηκα. Ήταν μια βραδιά… ίσως δυο… Με τα παιδιά, με τα χρέη, ένιωσα να χάνω τον εαυτό μου.»

Κατέβηκα κάτω στο δρόμο εκείνη τη νύχτα. Περπατούσα άσκοπα μέχρι που το Παγκράτι άδειασε κι έμεινα μόνη με τις πλάκες ακόμα ζεστές. Άρχισα ν’ αναρωτιέμαι ποια είμαι. Μια γυναίκα που κάποτε ονειρευόταν τον έρωτα στο ηλιοβασίλεμα της Σαντορίνης, που έγραφε “σ’ αγαπώ” στα μηνύματα όταν ο Δαμιανός υπηρετούσε φαντάρος. Τώρα, μια μάνα δυο παιδιών, να μαζεύω σπασμένα ποτήρια, και πιο πολύ, σπασμένες υποσχέσεις.

Πέρασαν μέρες, με τον Δαμιανό να προσπαθεί να εξηγήσει, να ζητήσει δεύτερη ευκαιρία, να μιλά για τα παιδιά, το σπίτι, τα κοινά δάνεια. Η μάνα μου, η κυρα-Αγλαΐα που μεγάλωσε τρία αγόρια μόνη της μετά τον χαμό του πατέρα μου στο ναυπηγείο, να ψιθυρίζει «Κανένας δεν είναι τέλειος, Άννα μου. Tι θα κάνεις, θα πετάξεις μια ζωή έτσι;»

Εγώ όμως έβλεπα κάθε μέρα τη ρωγμή μέσα μου να ανοίγει. Στη δουλειά, στο φαρμακείο, φορούσα τη μάσκα της ήρεμης γυναίκας. Κανείς δεν ήξερε. Οι γειτόνισσες να καλημερίζουν, να ρωτούν για τον Δαμιανό, αν είναι καλά. Να σχολιάζουν χαμηλόφωνα αν «τον έχεις πολύ σφιχτά, Άννα».

Του είπα πως θέλω να φύγω. Μάζεψα ρούχα, πήρα τα δύο παιδιά. Εκείνος γονάτισε μπροστά μου, κρατώντας σφιχτά το μπράτσο μου. «Μη μας αφήσεις. Ήσουν πάντα το ‘σπίτι’ μου, Άννα. Δεν ξέρω πώς να ζήσω αλλιώς.»

Αυτή τη φορά ήταν η δική μου σιωπή που έβγαζε κραυγή.

Οι φίλες μου διχασμένες. Η Μάρθα, χωρισμένη χρόνια πριν, να μου λέει «Άννα, οι γυναίκες στην Ελλάδα θυσιάζονται πάντα. Μη θυσιαστείς άδικα! Διεκδίκησε τη ζωή σου. Όχι από εγωισμό, αλλά από αγάπη για σένα την ίδια.»
Ο πατέρας του Δαμιανού να με παίρνει στο τηλέφωνο: «Κανείς, παιδί μου, δεν αξίζει να σε ρίχνει έτσι. Όμως αν έχεις ακόμα δύναμη, συγχώρεσέ τον. Για τα παιδιά.»

Μα τα παιδιά; Ο Θάνος, ο μικρός, να με αγκαλιάζει το βράδυ και να ρωτά «Μαμά, γιατί στεναχωριέσαι; Ο μπαμπάς σε πείραξε;» Κι εγώ να σφίγγω τα δόντια να μην κλάψω. Η Σοφία να κάνει πως δεν κατάλαβε, αλλά να με καρφώνει με μεγάλα μάτια κάθε φορά που ο Δαμιανός κι εγώ δε μιλούσαμε στο τραπέζι.

Δεν ήξερα τι να επιλέξω. Να παλέψω για τη σχέση, για να μην κόψω τα όνειρα των παιδιών, για να μη γίνω «η χωρισμένη με δύο παιδιά» που θα λέει: «Ζωή, κοίτα πού με πέταξαν…» Ή να βρω το θάρρος να χτίσω από την αρχή, να παραδεχτώ πως καμία αγάπη δεν είναι υποχρέωση;

Μια Κυριακή, στο φως του πρωινού, ήρθε ο Δαμιανός με ένα μπουκέτο γαρύφαλλα. Με ρώτησε:

«Θα με αφήσεις; Ή μπορείς έστω να μου δώσεις μία ευκαιρία;»

Τα χέρια μου έτρεμαν. Τον κοίταξα κατάματα, προσπάθησα να βρω στα μάτια του εκείνη τη σπίθα που κάποτε μου έδινε φτερά. Μα δεν έβρισκα πια τη βεβαιότητα ούτε στον ίδιο μου τον εαυτό.

Τον αγκάλιασα; Μήπως έπρεπε να φύγω τότε χωρίς να κοιτάξω πίσω;

Δεν ξέρω ακόμα πού θα οδηγήσει το μονοπάτι που διάλεξα. Μπορεί η συγχώρεση να είναι δύναμη, μα άλλο τόσο είναι και το να ξαναμάθεις να στέκεσαι μόνος. Ο καθένας πρέπει να διαλέξει τη δική του δικαιοσύνη.

Αναρωτιέμαι: Εσύ, αν ήσουν στη θέση μου, θα έκανες το ίδιο; Μπορεί ένας έρωτας που ράγισε, να κολλήσει ποτέ ξανά;

Γράψε μου τι θα έκανες εσύ αν η αγάπη σου γινόταν πληγή… Θα ήθελα να ακούσω τις σκέψεις σας.