«Η μητέρα μου θα μείνει εδώ από Δευτέρα» μου είπε ο άντρας μου, χωρίς να με ρωτήσει ποτέ
«Η μητέρα μου θα μείνει εδώ από Δευτέρα. Μην το κάνεις θέμα τώρα, βγήκε μόλις από το νοσοκομείο», μου είπε ο άντρας μου στην κουζίνα, ενώ η κόρη μας διάβαζε στο διπλανό δωμάτιο.
Τον κοίταξα και νόμιζα ότι δεν άκουσα καλά.
«Συγγνώμη, ποιος αποφάσισε ότι θα μείνει εδώ;» τον ρώτησα.
«Εγώ. Τι να κάνω δηλαδή; Έπεσε, έκανε χειρουργείο στο ισχίο, δεν μπορεί να μείνει μόνη της στη Νέα Ιωνία.»
Μένουμε σε ένα δυάρι στην Ηλιούπολη, νοίκι. Η κόρη μας είναι στη Β’ Γυμνασίου και έχει το μικρό δωμάτιο. Το άλλο είναι το δικό μας. Δεν έχουμε ξενώνα, δεν έχουμε δεύτερο μπάνιο, ούτε χρήματα για να πληρώνουμε άνθρωπο κάθε μέρα.
Δεν είπα ότι η πεθερά μου έπρεπε να μείνει μόνη. Αυτό ήταν που με τρέλαινε περισσότερο. Ότι, αν μιλούσα, φαινόταν σαν να λέω «άστην». Αλλά εκείνος δεν με ρώτησε ούτε μία φορά αν μπορώ, αν αντέχω, αν θέλω.
Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ είχα κάνει το λάθος μου. Τους τελευταίους μήνες η πεθερά μου ζαλιζόταν συχνά και ο άντρας μου μου έλεγε πως πρέπει να βρούμε μια λύση. Εγώ απαντούσα «βλέπουμε», γιατί δεν ήθελα να ανοίξω κουβέντα. Πίστευα ότι, αν δεν το συζητούσαμε, ίσως να μη γινόταν ποτέ.
Τη Δευτέρα την έφερε με το αυτοκίνητο από το Κωνσταντοπούλειο. Είχε το Π, μια σακούλα με φάρμακα και δύο βαλίτσες. Μου είπε χαμηλόφωνα: «Δεν θέλω να σας γίνω βάρος, παιδί μου». Και εκεί πραγματικά λύγισα λίγο, γιατί δεν έμοιαζε καθόλου με άνθρωπο που ήρθε να επιβληθεί. Φοβισμένη ήταν.
Της δώσαμε το κρεβάτι μας και εμείς κοιμόμασταν στον καναπέ. Ο άντρας μου δουλεύει σε αποθήκη και φεύγει από τις έξι. Εγώ δουλεύω ταμείο σε σούπερ μάρκετ, απογευματινό ωράριο. Έτσι, χωρίς να το πει κανείς καθαρά, εγώ άρχισα να της δίνω τα χάπια, να τη βοηθάω στο μπάνιο, να της ζεσταίνω φαγητό, να ακυρώνω βάρδιες όταν είχε φυσικοθεραπεία.
Μια μέρα είπα στον άντρα μου: «Δεν γίνεται να θεωρείς δεδομένο ότι θα το κάνω εγώ όλο αυτό.»
Και μου απάντησε: «Είναι η μάνα μου. Αν ήσουν εσύ στη θέση μου, δεν θα ήθελες να βοηθήσω τη δική σου;»
Εκεί είχε ένα δίκιο. Όταν πριν από δύο χρόνια η δική μου μητέρα έκανε επέμβαση στο γόνατο, είχε μείνει μαζί μας σχεδόν έναν μήνα. Μόνο που τότε το είχαμε συζητήσει. Και ο άντρας μου, όσο κουρασμένος κι αν ήταν, πήγαινε στο φαρμακείο, μαγείρευε, την πήγαινε στις εξετάσεις. Τώρα έμοιαζε σαν η δική του υποχρέωση να έγινε ξαφνικά δική μου δουλειά.
Το χειρότερο ήταν ότι άρχισα να μην αισθάνομαι σπίτι μου. Η πεθερά μου δεν το έκανε επίτηδες, νομίζω. Ρωτούσε τι ώρα θα γυρίσω, σχολίαζε αν η κόρη μου κλείνεται πολύ στο δωμάτιο, μου έλεγε να μην αφήνω παπούτσια στην είσοδο γιατί μπορεί να σκοντάψει. Κι εγώ έκανα πως δεν με πειράζει, μέχρι που με πείραζαν όλα.
Μια Παρασκευή άκουσα την κόρη μου να λέει στον πατέρα της: «Δηλαδή η γιαγιά θα μείνει για πάντα στο δωμάτιό σας;»
Ο άντρας μου είπε: «Μέχρι να δούμε τι θα γίνει με το σπίτι της.»
Τότε έμαθα κάτι που δεν μου είχε πει. Η αδερφή του είχε προτείνει να νοικιάσουν το σπίτι της πεθεράς μου, για να βγαίνουν τα έξοδα μιας γυναίκας για λίγες ώρες τη μέρα. Ο άντρας μου το είχε απορρίψει, γιατί δεν ήθελε “ξένους” στο σπίτι της μητέρας του. Άρα η προσωρινή λύση που μου παρουσίαζε δεν ήταν μονόδρομος. Ήταν η λύση που βόλευε εκείνον.
Του είπα ότι θα πάμε όλοι μαζί στο Κέντρο Κοινότητας του δήμου να ρωτήσουμε για το «Βοήθεια στο Σπίτι», για φυσικοθεραπεία και για ό,τι δικαιούται. Και ότι η αδερφή του θα συμμετέχει, έστω με χρήματα, αν δεν μπορεί να έρχεται από τη Χαλκίδα.
Θύμωσε πολύ. «Διώχνεις τη μάνα μου», μου είπε.
«Όχι», του είπα. «Αρνούμαι να διωχτώ εγώ από τη ζωή μου.»
Η πεθερά μου άκουσε τη συζήτηση. Την επόμενη μέρα μου είπε με δάκρυα: «Νόμιζα ότι δεν με θέλεις εδώ.» Της είπα την αλήθεια, όσο άσχημα κι αν ακουγόταν: «Δεν αντέχω να είμαι η νοσοκόμα σου χωρίς να με έχει ρωτήσει κανείς. Δεν φταις εσύ γι’ αυτό.»
Τελικά, μετά από πολλή γκρίνια και κάτι οικογενειακά τραπέζια που έγιναν χειρότερα από καυγά, συμφωνήσαμε να μείνει άλλον ενάμιση μήνα μέχρι να δυναμώσει. Η αδερφή του βάζει ένα ποσό για μια κυρία τρεις φορές την εβδομάδα και ο άντρας μου άλλαξε βάρδιες δυο μέρες για να αναλαμβάνει ο ίδιος. Δεν είναι τέλεια. Ακόμα υπάρχουν στιγμές που νιώθω τύψεις όταν κλείνω την πόρτα του μπάνιου και θέλω απλώς πέντε λεπτά μόνη μου.
Αλλά κατάλαβα, κάπως αργά, ότι η σιωπή μου δεν κράτησε την ηρεμία. Απλώς με έκανε να αισθάνομαι αόρατη. Και ίσως αν είχα μιλήσει νωρίτερα, να μην είχαμε φτάσει να πληγώσουμε ο ένας τον άλλον τόσο.
Εσείς τι πιστεύετε; Για να κρατήσεις την ειρήνη στην οικογένεια πρέπει να κάνεις πίσω ή υπάρχουν στιγμές που το να ζητήσεις το δίκιο σου είναι πιο αναγκαίο, ακόμα κι αν φέρει σύγκρουση;