«Αφού δεν σε χτυπάει, γιατί λες ότι υποφέρεις;» μου είπε η μητέρα μου και δεν ήξερα τι να απαντήσω

«Δώσε μου το κινητό σου. Όχι για να σε ελέγξω, για να μη βρεθείς πάλι μπλεγμένη», μου είπε ο άντρας μου μπροστά στην κόρη μας, ένα βράδυ στην κουζίνα.

Του είπα ότι δεν είμαι παιδί. Μου απάντησε ήρεμα, σχεδόν κουρασμένα: «Παιδί δεν είσαι, αλλά με τα λεφτά που έχουμε και με τη δουλειά σου να μην είναι σταθερή, πρέπει κάποιος να βάζει μια τάξη».

Εκείνη τη στιγμή δεν φώναξα. Πήγα στο μπάνιο και κλείστηκα μέσα. Έκλαιγα σιγά για να μην με ακούσει η μικρή. Το χειρότερο είναι ότι ένα κομμάτι μου σκέφτηκε πως ίσως είχε δίκιο. Είχα κάνει κι εγώ βλακεία.

Πριν έξι μήνες πήρα καταναλωτικό δάνειο από την τράπεζα χωρίς να του το πω. Όχι μεγάλο, 3.000 ευρώ, αλλά για εμάς ήταν μεγάλο. Η μητέρα μου χρειαζόταν εξετάσεις και φυσικοθεραπείες μετά από ένα πέσιμο, και η αδελφή μου μου έλεγε «κάνε λίγο υπομονή, θα στα δώσω». Δεν ήθελα να τον φορτώσω κι άλλο, γιατί ήδη πληρώνουμε δόση για το σπίτι και ο μισθός του από το συνεργείο δεν φτάνει όπως παλιά.

Δεν του το είπα όμως. Το έκρυψα. Και το έμαθε όταν ήρθε ειδοποίηση στο σπίτι.

Από τότε, δεν μου έκανε καβγάδες όπως στις ταινίες. Αυτό ίσως είναι που με μπέρδεψε περισσότερο. Άρχισε να ζητάει να βλέπει τον λογαριασμό μου. Να κρατάει εκείνος την κάρτα μου «για να μην παρασυρθώ». Αν αργούσα δέκα λεπτά από τη δουλειά στο φαρμακείο, έστελνε: «Πού είσαι;». Αν έλεγα ότι θα πάω για καφέ με μια συνάδελφο, απαντούσε: «Με τι λεφτά;».

Στην αρχή έλεγα ότι το κάνει επειδή φοβήθηκε. Μετά σταμάτησα να προτείνω εγώ εξόδους. Σταμάτησα να παίρνω τη μητέρα μου τηλέφωνο όταν ήταν μπροστά. Άρχισα να ζητάω άδεια για πράγματα που παλιά απλώς έκανα.

Μια Κυριακή, στο τραπέζι των πεθερικών μου στον Κορυδαλλό, η πεθερά μου είπε: «Καλά κάνει και προσέχει τα οικονομικά. Εσύ είσαι λίγο παρορμητική, κορίτσι μου». Δεν απάντησα. Ο πεθερός μου κοιτούσε το πιάτο του. Η κόρη μας έτρωγε πατάτες και έκανε πως δεν ακούει.

Το βράδυ ο άντρας μου είπε: «Βλέπεις; Όλοι το ίδιο λένε. Μη με παρουσιάζεις σαν τέρας». Και όχι, δεν είναι τέρας. Μαγειρεύει, πηγαίνει τη μικρή στις δραστηριότητες όταν δουλεύω, πήγαινε τον πατέρα μου στο νοσοκομείο όταν δεν οδηγούσα. Αυτά με κάνουν να νιώθω άσχημα που σκέφτομαι να φύγω.

Πριν δύο εβδομάδες, είπα ότι θα πάω τρεις μέρες στη μητέρα μου στο Περιστέρι. Η μητέρα μου είχε πάλι ζαλάδες και η αδελφή μου δεν μπορούσε να λείψει από τη δουλειά της.

«Πάρε τη μικρή και πήγαινε, αν είναι ανάγκη», είπε.

Ανακουφίστηκα για ένα δευτερόλεπτο.

Μετά πρόσθεσε: «Αλλά μη νομίζεις ότι θα γυρίσεις και θα συνεχίσουμε σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Αν φύγεις έτσι, τελειώσαμε. Και να θυμάσαι ότι το ενοίκιο, οι λογαριασμοί και το δάνειο δεν εξαφανίζονται επειδή θέλεις χώρο».

Δεν απείλησε να με χτυπήσει. Δεν έσπασε τίποτα. Απλώς το είπε και έφυγε για το σαλόνι.

Κάθισα στο κρεβάτι με μια τσάντα μισογεμάτη. Σκεφτόμουν ότι μόνη μου δεν μπορώ να νοικιάσω ούτε γκαρσονιέρα κοντά στη δουλειά. Σκεφτόμουν την κόρη μας, που σε λίγο δίνει Πανελλαδικές και χρειάζεται ηρεμία, όχι να τρέχουμε σε σπίτια συγγενών. Σκεφτόμουν και το δάνειο που πήρα κρυφά, ότι εγώ άνοιξα αυτή την πόρτα.

Η κόρη μου στάθηκε στην πόρτα και με ρώτησε: «Μαμά, θα φύγουμε;».

Της είπα «δεν ξέρω». Μου είπε τότε: «Μην φύγεις εξαιτίας μου. Αλλά όταν μιλάει έτσι ο μπαμπάς, μετά φοβάμαι να σου πω κι εγώ τι θέλω».

Αυτό με τσάκισε περισσότερο απ’ όλα. Γιατί κατάλαβα ότι δεν ήταν μόνο οι κωδικοί, τα χρήματα ή οι ώρες. Ήταν ότι είχα μάθει κι εγώ να μικραίνω, και το έβλεπε το παιδί μου.

Τελικά πήγα στη μητέρα μου μόνη για ένα βράδυ. Την επόμενη μέρα μιλήσαμε στο τηλέφωνο. Εκείνος είπε ότι αν θέλουμε να συνεχίσουμε, πρέπει να πάμε σε σύμβουλο ζευγαριού και να έχουμε ξεκάθαρα κοινά οικονομικά. Εγώ είπα ότι δεν θα του δώσω ξανά κωδικούς, ούτε θα δέχομαι να μου μιλάει σαν να χρειάζομαι επιτήρηση. Δεν ξέρω αν το εννοούμε και οι δύο ή αν απλώς φοβόμαστε τι θα γίνει αν χωρίσουμε.

Γύρισα σπίτι, αλλά δεν νιώθω ότι γύρισα όπως πριν. Κι ίσως αυτό να είναι το πρώτο που έπρεπε να παραδεχτώ. Εσείς τι λέτε; Επειδή δεν υπήρξε ποτέ σωματική βία, είναι σωστό να κάνω υπομονή για τη σταθερότητα της οικογένειας ή η ψυχολογική πίεση είναι ήδη αρκετός λόγος να βάλω όρια, ακόμα κι αν όλα ανατραπούν;