«Δεν γίνεται να παντρευτείς τον γιο του»: όταν ο πατέρας του γαμπρού ήταν το παιδί που μου διέλυσε το σχολείο
«Δεν γίνεται να παντρευτείς τον γιο του», είπα στην κόρη μου μέσα στην κουζίνα, μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω από τους συμπέθερους.
Με κοίταξε σαν να της είχα πει κάτι παράλογο. «Μαμά, τι λες; Τον άνθρωπο τον ξέρεις δυο φορές. Είναι ο πατέρας του, όχι ο ίδιος.»
Δεν ήξερα από πού να αρχίσω. Ο μέλλοντας πεθερός της καθόταν πριν λίγο στο σαλόνι μας στο Αιγάλεω, έφερνε γλυκά από ένα ζαχαροπλαστείο του Περιστερίου και μιλούσε ήρεμα με τον άντρα μου για τις δουλειές. Είχε ασπρίσει, φορούσε γυαλιά, έλεγε συνέχεια «να είναι τα παιδιά αγαπημένα». Όλοι τον έβλεπαν σαν έναν καλό, χαμηλών τόνων άνθρωπο.
Εγώ όμως τον θυμήθηκα αμέσως από το ΕΠΑΛ, πριν σχεδόν τριάντα χρόνια.
Τότε είχα μόλις χάσει τον πατέρα μου. Η μητέρα μου δούλευε καθαρίστρια σε γραφεία και εγώ πήγαινα σχολείο με τα ίδια δυο τζιν. Εκείνος είχε βρει ένα γράμμα που είχα γράψει σε ένα παιδί της τάξης, το πήρε από την τσάντα μου και το διάβασε δυνατά στο διάλειμμα. Μετά άρχισαν τα πειράγματα, οι φωτοτυπίες, τα γέλια. Δεν με χτύπησε, δεν μου έκανε κάτι που να πας εύκολα στην αστυνομία. Αλλά για μήνες δεν ήθελα να βγω από το σπίτι.
Τελικά άλλαξα σχολείο. Στον άντρα μου δεν είχα πει ποτέ όλες τις λεπτομέρειες. Του έλεγα απλώς ότι δεν μου ταίριαζε το ΕΠΑΛ. Και στην κόρη μου, τίποτα. Ντρεπόμουν ακόμα, λες και έφταιγα εγώ.
«Και τώρα το θυμήθηκες;» μου είπε η κόρη μου. «Ο άνθρωπος δεν σε αναγνώρισε καν.»
«Με αναγνώρισε», της είπα. «Το είδα στο πρόσωπό του. Απλώς έκανε πως όχι.»
Η αλήθεια είναι ότι ούτε εγώ ήμουν άγια τότε. Λίγες μέρες πριν από εκείνο το περιστατικό, είχα πει μπροστά σε άλλους ότι ο πατέρας του είχε χρέη και ότι τους έκοψαν το ρεύμα. Το είχα ακούσει από μια κοινή γνωστή και το πέταξα για να γελάσουν. Ήμουν δεκαεπτά και ήθελα να με προσέχουν. Δεν δικαιολογεί αυτά που έκανε μετά, αλλά δεν μπορώ να πω ότι ήμουν τελείως αθώα.
Την επόμενη μέρα πήγα στο μαγαζί του στο Περιστέρι. Έχει ένα μικρό κατάστημα με υδραυλικά και είχα μάθει ότι τα τελευταία χρόνια φρόντιζε μόνος του τη γυναίκα του, που κάνει θεραπείες στον Ευαγγελισμό. Μου άνοιξε και πάγωσε.
«Σε θυμάμαι», μου είπε χαμηλά.
«Κι εγώ», του απάντησα. «Και ο γιος σου θέλει να παντρευτεί την κόρη μου.»
Κάθισε σε μια καρέκλα πίσω από τον πάγκο. Δεν προσπάθησε να το γυρίσει αλλού. «Το σκέφτομαι χρόνια αυτό που σου έκανα. Είχα θυμό τότε. Με όσα είπες για το σπίτι μου, ένιωσα ότι όλοι με κοιτούσαν. Αλλά δεν είχα κανένα δικαίωμα να σε ξεφτιλίσω έτσι.»
Του είπα ότι δεν ζητούσα εξηγήσεις. Κι όμως, τις άκουγα. Μου είπε πως ήθελε πολλές φορές να με βρει, αλλά ντρεπόταν. «Αν θέλεις να μη γίνει ο γάμος, θα το καταλάβω», είπε. «Δεν θα μπλέξω τα παιδιά.»
Αυτό με έκανε ακόμα πιο χάλια. Γιατί ο γιος του δεν έχει καμία σχέση με εκείνη την ιστορία. Είναι καλό παιδί, δουλεύει σε συνεργείο στον Ρέντη, στέκεται στην κόρη μου και την αγαπάει. Και η κόρη μου μου είπε κάτι που με πόνεσε: «Δεν φοβάμαι τόσο εκείνον, μαμά. Φοβάμαι ότι δεν με εμπιστεύεσαι να αποφασίσω για τη ζωή μου.»
Ο άντρας μου, όταν του τα είπα όλα, εκνευρίστηκε που τα κρατούσα μέσα μου τόσα χρόνια. Μετά όμως είπε: «Δεν χρειάζεται να τον κάνουμε οικογενειακό φίλο. Αλλά δεν μπορούμε να τιμωρήσουμε τα παιδιά για κάτι που έγινε όταν ήσασταν παιδιά.»
Δεν ξέρω αν τον έχω συγχωρήσει. Ενοιωθα κάπως ασφαλής επειδή πίστευα ότι εκείνο το κομμάτι της ζωής μου είχε κλείσει. Τώρα άνοιξε καταλάθος, με τραπέζια αρραβώνα και προσκλητήρια μπροστά μου.
Συμφώνησα να γίνει ο γάμος, αλλά του είπα καθαρά ότι δεν θέλω οικειότητες και ψεύτικες αγκαλιές. Μου είπε «το σέβομαι». Η κόρη μου είναι πιο ήρεμη, εγώ όχι ακόμα.
Μπορεί ένας άνθρωπος που έγινε σωστός αργότερα να αφήσει πίσω του τη ζημιά που έκανε σε κάποιον; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;