Την ημέρα του γάμου μου κατάλαβα ότι δεν θα παντρευόμουν μόνο τον Πέτρο — και αυτό με έκανε να σταματήσω τα πάντα
Είχα ήδη φορέσει το νυφικό όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να αναπνεύσω σωστά.
Όχι από συγκίνηση. Από εκείνο το σφίξιμο που ξεκινάει χαμηλά στο στομάχι και ανεβαίνει στον λαιμό, σαν να σε έχει πιάσει ίωση ξαφνικά. Η ξαδέρφη μου η Νάντια προσπαθούσε να κλείσει το φερμουάρ στην πλάτη και η μητέρα του Πέτρου στεκόταν πίσω της, με τα χέρια σταυρωμένα.
«Σας το έλεγα ότι ήθελε άλλο νούμερο», είπε. «Τέλος πάντων, ας μη χαλάσουμε τη μέρα για λεπτομέρειες.»
Δεν απάντησα. Κοίταξα τον καθρέφτη και για λίγα δευτερόλεπτα δεν αναγνώρισα τον εαυτό μου. Το νυφικό δεν ήταν ακριβώς αυτό που είχα διαλέξει αρχικά. Η κυρία Μαρίνα είχε επιμείνει να μπουν μανίκια από δαντέλα γιατί το άλλο ήταν, όπως είπε, «λίγο υπερβολικά γυμνό για εκκλησία και για τα σόγια μας». Ο Πέτρος τότε είχε γελάσει αμήχανα.
«Άσε τη μαμά, μωρέ. Στο καλό σου το λέει.»
Αυτή ήταν η φράση του σχεδόν για όλα.
Γνωριστήκαμε πριν από τέσσερα χρόνια, σε μια παρέα στην Αθήνα. Εκείνος δούλευε σε εταιρεία με ανταλλακτικά αυτοκινήτων, εγώ ήμουν σε φαρμακείο στο Περιστέρι. Δεν ήταν άνθρωπος των μεγάλων λόγων, αλλά ήταν τρυφερός, πρακτικός, καλός με τους δικούς μου. Μου άρεσε που θυμόταν να μου φέρνει καφέ όταν είχα πρωινή βάρδια και που δεν έκανε τον σπουδαίο.
Η μητέρα του, από την αρχή, ήταν παντού. Δεν το λέω μεταφορικά. Έπαιρνε τηλέφωνο κάθε βράδυ, μερικές φορές και δύο φορές. Ήξερε τι ώρα σχολούσαμε, τι φάγαμε, αν θα πάμε κάπου το Σαββατοκύριακο. Στην αρχή μου φαινόταν λίγο κουραστικό, αλλά έλεγα πως είναι χήρα, έχει μόνο έναν γιο, θα το συνηθίσω.
Όταν αποφασίσαμε να μείνουμε μαζί, άρχισαν τα πιο δύσκολα. Το σπίτι ήταν ένα δυάρι στον Κορυδαλλό που νοικιάζαμε. Μικρό, με εκείνο το στενό μπαλκόνι που δεν χωρούσαν ούτε δύο καρέκλες άνετα. Η κυρία Μαρίνα ήρθε την πρώτη εβδομάδα με σακούλες, τάπερ, κουρτίνες και ένα χαλί που μύριζε ναφθαλίνη.
«Αυτά τα λευκά που έχετε στο σαλόνι θα γίνουν χάλια», είπε και άρχισε να ξετυλίγει κάτι καφέ κουρτίνες με χρυσά σχέδια.
Της είπα όσο πιο ευγενικά μπορούσα ότι είχαμε ήδη διαλέξει κουρτίνες. Μου χαμογέλασε, εκείνο το χαμόγελο που δεν φτάνει στα μάτια.
«Αγάπη μου, εσείς οι νέοι δεν ξέρετε ακόμα από σπίτι.»
Ο Πέτρος ήταν στην κουζίνα και έφτιαχνε καφέ. Δεν είπε τίποτα. Μετά, όταν έφυγε, του μίλησα. Όχι φωνάζοντας. Του είπα ότι δεν θέλω να αποφασίζει η μητέρα του για το σπίτι μας.
«Δεν αποφασίζει», μου είπε. «Απλώς θέλει να βοηθήσει.»
«Δεν νιώθω ότι βοηθάει όταν αλλάζει πράγματα χωρίς να με ρωτήσει.»
«Εντάξει, θα της πω κάτι.»
Δεν της είπε ποτέ.
Σιγά σιγά, άρχισα να σωπαίνω για να μην έχουμε θέμα. Εκείνη σχολίαζε ότι δουλεύω πολλές ώρες και δεν προλαβαίνω να μαγειρεύω «κανονικό φαγητό». Έλεγε στον Πέτρο πως έπρεπε να βάζουμε στην άκρη περισσότερα χρήματα και όχι να δίνω εγώ λεφτά για σεμινάρια στο φαρμακείο. Μια φορά βρήκα στο συρτάρι μας λογαριασμούς τακτοποιημένους σε φακέλους με τον γραφικό της χαρακτήρα. Είχε έρθει όσο έλειπα και ο Πέτρος της είχε αφήσει κλειδί.
Εκεί μαλώσαμε άσχημα για πρώτη φορά.
Ο Πέτρος μου είπε ότι το κλειδί ήταν «για ώρα ανάγκης». Εγώ του είπα ότι ώρα ανάγκης δεν είναι να ψάχνει τα συρτάρια μας. Εκείνος θύμωσε και μου πέταξε πως κάνω τη μητέρα του να φαίνεται σαν τέρας.
Αυτό με πείραξε περισσότερο από όλα. Δεν την έλεγα τέρας. Ήξερα ότι είχε μεγαλώσει μόνη της τον γιο της, ότι είχε στερηθεί, ότι φοβόταν μήπως μείνει έξω από τη ζωή του. Αλλά εγώ δεν ήθελα να γίνω η γυναίκα που θα περπατούσε στις μύτες μέσα στο ίδιο της το σπίτι για να μη στενοχωρήσει κανέναν.
Όταν έγινε η πρόταση, χάρηκα. Αλήθεια χάρηκα. Πίστεψα ότι ίσως, με τον γάμο, θα αλλάζαμε λίγο σαν ζευγάρι. Ότι ο Πέτρος θα καταλάβαινε πως έπρεπε να φτιάξουμε τη δική μας οικογένεια, με τους δικούς μας κανόνες.
Αντί γι’ αυτό, η κυρία Μαρίνα ανέλαβε τον γάμο σχεδόν ολόκληρο. Την εκκλησία, τις μπομπονιέρες, τη λίστα με τους καλεσμένους. Προσκάλεσε ανθρώπους που ούτε εγώ ούτε ο Πέτρος ξέραμε καλά, φίλους του μακαρίτη του άντρα της, μια παλιά γειτόνισσα από τη Νίκαια, συγγενείς που ο Πέτρος έβλεπε μια φορά στα πέντε χρόνια.
Κάθε φορά που αντιδρούσα, ο Πέτρος έλεγε το ίδιο: «Μία μέρα είναι, Μαρία. Κάνε λίγο υπομονή.»
Μία μέρα, όμως, είχε γίνει όλη μου η ζωή.
Το πρωί του γάμου, πριν πάω στο κομμωτήριο, τον πήρα τηλέφωνο. Του είπα ότι δεν είμαι καλά, ότι νιώθω πως κανείς δεν με ακούει. Περίμενα να μου πει να περάσει να με δει, να μου πει έστω πως είμαστε μαζί σε αυτό.
Ακούστηκε κουρασμένος.
«Μη μου αρχίζεις τώρα, σε παρακαλώ. Η μάνα μου έχει τρέξει για όλα. Σήμερα δεν είναι μέρα για τέτοια.»
Του έκλεισα χωρίς να πω αντίο.
Και μετά, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, με τη μητέρα μου να ψάχνει τις καρφίτσες για το πέπλο και τη Νάντια να μου κρατάει το κινητό, άκουσα την κυρία Μαρίνα να λέει ότι μετά τον γάμο «θα δούμε και για ένα πιο σωστό σπίτι, γιατί αυτό που μένουν τώρα δεν κάνει για παιδιά».
Δεν είχαμε καν μιλήσει για παιδιά. Ούτε είχαμε λεφτά για άλλο σπίτι. Κι όμως, ήταν σαν να είχε γραφτεί ήδη η ζωή μου σε ένα χαρτί που δεν είχα διαβάσει ποτέ.
Ζήτησα από όλους να βγουν για λίγο. Η μητέρα μου με κοίταξε περίεργα, αλλά βγήκε. Η κυρία Μαρίνα έκανε μια μικρή παύση, σαν να ήθελε να αρνηθεί, και τελικά ακολούθησε τις άλλες.
Έμεινα μόνη, με το κινητό στο χέρι. Πήρα τον Πέτρο άλλη μία φορά.
«Θέλω να μου πεις τώρα», του είπα. «Μπορείς να της βάλεις όρια ή όχι; Όχι αύριο, όχι μετά τον γάμο. Τώρα.»
Σώπασε αρκετά.
Μετά είπε: «Γιατί με βάζεις να διαλέξω;»
Εκεί κατάλαβα ότι δεν με έβαζα εγώ. Απλώς εκείνος είχε διαλέξει από καιρό και ήλπιζε να μη χρειαστεί να το παραδεχτεί.
Δεν έγινε σκηνή στην εκκλησία. Αυτό ίσως περίμεναν όλοι, αλλά δεν άντεχα ούτε αυτό. Έβγαλα το νυφικό με τη βοήθεια της Νάντιας, φόρεσα ένα τζιν και ένα μαύρο πουκάμισο που είχα στη βαλίτσα. Η μητέρα μου έκλαιγε σιωπηλά, όχι επειδή διαφωνούσε, νομίζω, αλλά επειδή φοβήθηκε για μένα. Εγώ έτρεμα τόσο που δεν μπορούσα να κουμπώσω το ρολόι μου.
Ο Πέτρος ήρθε αργότερα στο σπίτι της μητέρας μου. Δεν ανέβηκε. Μου έστειλε μόνο «είμαι κάτω». Κατέβηκα μετά από πολλή ώρα.
Δεν φώναξε. Κι αυτό το έκανε πιο δύσκολο. Μου είπε ότι τον εξέθεσα, ότι θα μπορούσαμε να τα συζητήσουμε μετά. Του είπα πως προσπαθούσα να τα συζητήσω δύο χρόνια.
Πέρασαν οκτώ μήνες. Τα πράγματά μου τα πήρα από το σπίτι σε δύο διαδρομές με το αυτοκίνητο του αδελφού μου. Κάποια έμειναν ακόμη εκεί: δύο βιβλία, μια κούπα, ένα παλιό μπουφάν. Δεν τα ζήτησα.
Ο Πέτρος με πήρε πριν λίγες μέρες. Μου είπε πως η μητέρα του είναι στενοχωρημένη και ότι κι εκείνος ακόμη δεν καταλαβαίνει γιατί δεν άντεξα λίγο παραπάνω.
Του είπα πως ούτε εγώ ξέρω αν έκανα τα πάντα σωστά. Ξέρω μόνο ότι εκείνο το πρωί, μπροστά στον καθρέφτη, ένιωσα να εξαφανίζομαι. Και δεν μπορούσα να μπω στην εκκλησία έτσι.
Από τότε μένω μόνη μου σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Αιγάλεω. Το νοίκι με ζορίζει και έχω ακόμη μέρες που ανοίγω το κινητό περιμένοντας μήνυμά του. Αλλά τις κουρτίνες τις διάλεξα εγώ. Είναι λευκές, και ας λερώνονται εύκολα.