«Δηλαδή θα αφήσεις τη μάνα μου μόνη της;» — Η μέρα που είπα ότι δεν μπορώ άλλο

«Δηλαδή θα αφήσεις τη μάνα μου μόνη της; Αυτό μου λες τώρα;» μου είπε ο άντρας μου στην κουζίνα, ενώ η κόρη μας έκανε πως δεν άκουγε από το δωμάτιό της.

Του είπα: «Δεν είπα να την αφήσουμε. Είπα ότι εγώ δεν μπορώ άλλο να πηγαίνω κάθε μέρα, πριν και μετά τη δουλειά. Δεν αντέχω.»

Η πεθερά μου μένει μόνη της σε ένα δυάρι στον Κορυδαλλό. Από τότε που έπεσε στο μπάνιο πριν έξι μήνες και έκανε το ισχίο της, στην αρχή ήταν λογικό να τρέξουμε όλοι. Νοσοκομείο, φυσικοθεραπείες, συνταγές, ΕΦΚΑ, εξετάσεις στο Κέντρο Υγείας, ψώνια από το σούπερ μάρκετ. Μόνο που το «στην αρχή» έγινε καθημερινότητα.

Εγώ δουλεύω σε φούρνο στον Πειραιά, πρωινή βάρδια. Σχολάω, περνάω από εκεί, της αφήνω φαγητό, καθαρίζω λίγο, κοιτάω τα φάρμακα, την πάω καμιά φορά σε γιατρό. Μετά γυρίζω σπίτι, έχω τη δική μου μάνα που παίρνει τηλέφωνο γιατί έχει κι εκείνη πίεση και ζαλάδες, έχω την κόρη μας που φέτος δίνει Πανελλήνιες και το σπίτι που ποτέ δεν τελειώνει.

Ο άντρας μου δουλεύει σε συνεργείο αυτοκινήτων. Φεύγει νωρίς και γυρίζει αργά. Το καταλαβαίνω, δεν κάθεται. Αλλά όταν του έλεγα «πήγαινε εσύ σήμερα, σε παρακαλώ», απαντούσε: «Μωρέ, θα πάω το Σαββατοκύριακο να της κάνω ό,τι χρειάζεται. Εσύ είσαι πιο κοντά.»

Κι εγώ έλεγα ναι. Εκεί είναι το δικό μου λάθος. Δεν έβαλα όριο από την αρχή. Ήθελα να είμαι η “καλή” νύφη, η σωστή γυναίκα, αυτή που δεν θα πει όχι. Και όταν η πεθερά μου έλεγε «μόνο εσύ με καταλαβαίνεις, παιδί μου», ένιωθα και χρήσιμη. Τώρα ντρέπομαι που το λέω, αλλά μου άρεσε που με χρειαζόταν.

Μέχρι που πριν λίγες μέρες, της πήγα φαγητό και μου είπε ότι το κοτόπουλο ήταν στεγνό. Μετά μου ζήτησε να της πλύνω τις κουρτίνες, ενώ είχα να πάω σπίτι μου από τις έξι το πρωί.

Της είπα ήρεμα: «Σήμερα δεν μπορώ για κουρτίνες. Θα έρθω άλλη μέρα.»

Και μου απάντησε: «Άλλη μέρα… Όλοι αυτό λέτε. Άμα γεράσεις, γίνεσαι βάρος.»

Δεν της φώναξα. Αλλά μπήκα στο αυτοκίνητο και έκλαψα. Όχι επειδή μου ζήτησε κουρτίνες. Επειδή κατάλαβα ότι ό,τι κι αν κάνω, δεν φτάνει. Και ότι έχω αρχίσει να θυμώνω μαζί της για πράγματα που ίσως δεν φταίει. Είναι μόνη, πονάει, φοβάται. Το ξέρω.

Το βράδυ, όταν μίλησα στον άντρα μου, του είπα πως πρέπει να βρούμε βοήθεια. Έστω μια κυρία δυο φορές την εβδομάδα, ή να μοιραστούμε τα απογεύματα. Μου είπε πως δεν βγαίνουν τα χρήματα και ότι η αδερφή του έχει δύο παιδιά και δεν μπορεί. Σαν να μην είχα κι εγώ ζωή, δηλαδή.

Τότε του είπα κάτι που κρατούσα καιρό: «Δεν είναι μόνο η μάνα σου. Είναι ότι έχεις αποφασίσει πως εγώ θα τα κάνω όλα, χωρίς καν να με ρωτήσεις.»

Σώπασε. Μετά είπε πιο χαμηλά: «Νόμιζα ότι θέλεις να το κάνεις. Ποτέ δεν μου είπες ότι έφτασες έτσι.»

Εκεί είχε δίκιο, και με εκνεύρισε ακόμα περισσότερο. Γιατί όντως δεν του το είχα πει καθαρά. Πετούσα μισές κουβέντες, περίμενα να το καταλάβει μόνος του και μετά μάζευα θυμό. Δεν είναι εντάξη αυτό, το ξέρω.

Την επόμενη μέρα μιλήσαμε όλοι μαζί, και η αδερφή του από το τηλέφωνο. Η πεθερά μου στενοχωρήθηκε. Είπε ότι δεν θέλει «ξένους μέσα στο σπίτι της». Ο άντρας μου πρότεινε να πηγαίνει εκείνος Τρίτη και Πέμπτη, εγώ Δευτέρα και Παρασκευή, και να βρούμε κάποια για καθάρισμα κάθε δεκαπέντε μέρες. Δεν λύθηκαν όλα. Η πεθερά μου ακόμα κάνει παράπονα, εγώ ακόμα νιώθω τύψεις όταν δεν πάω.

Αλλά χτες γύρισα σπίτι στις τέσσερις, έφαγα με την κόρη μου και κάθισα μισή ώρα χωρίς να κάνω τίποτα. Και ένιωσα τόσο περίεργα, λες και έκλεψα χρόνο από κάποιον.

Δεν θέλω να εγκαταλείψω έναν άνθρωπο που μας χρειάζεται. Αλλά δεν θέλω και να εξαφανιστώ εγώ μέσα στις ανάγκες όλων. Εσείς τι λέτε; Η αγάπη στην οικογένεια σημαίνει ότι πρέπει να θυσιάζεις πάντα τις δικές σου ανάγκες;