«Τον χτύπησα για να σταματήσει»: Η νύχτα που έχασα την αίσθηση ασφάλειας μέσα στο ίδιο μου το σπίτι

«Μη με κοιτάς έτσι», μου είπε η αδελφή μου στο διάδρομο του Αστυνομικού Τμήματος. «Δεν τον σκότωσες. Κάλεσες βοήθεια.»

Δεν μπορούσα ούτε να της απαντήσω. Τα χέρια μου έτρεμαν, είχα ακόμα πάνω στη μπλούζα μου το γάλα που είχε χυθεί στο πάτωμα και η κόρη μου ήταν στο σπίτι της μητέρας μου, χωρίς να καταλαβαίνει γιατί δεν την πήρα αγκαλιά πριν φύγω.

Όλα άρχισαν από κάτι χαζό, όπως συνήθως. Από τον λογαριασμό του ρεύματος. Μένουμε σε ένα δυάρι στο Αιγάλεω, νοίκι, δάνειο για το αυτοκίνητο, η δουλειά μου σε φούρνο με τετράωρη σύμβαση και τα δικά του μεροκάματα στην οικοδομή, όποτε υπάρχουν. Είχα πληρώσει τον λογαριασμό από κάτι χρήματα που κρατούσα για το φροντιστήριο της κόρης μας.

«Πάλι αποφάσισες μόνη σου;» μου είπε μόλις το είδε στο κινητό.

«Αν δεν το πλήρωνα, θα μας το έκοβαν. Τι να έκανα;»

«Να με ρωτούσες.»

Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα πως ίσως είχε δίκιο. Είχα αρχίσει να κρύβω λεφτά, αποδείξεις, ακόμα και τους λογαριασμούς. Όχι για να τον κοροϊδέψω. Απλώς φοβόμουν την κουβέντα που θα ακολουθούσε. Και όσο τα έκρυβα, τόσο εκείνος έλεγε ότι δεν τον εμπιστεύομαι.

Δεν ήταν πάντα έτσι. Τον τελευταίο χρόνο όμως, μετά που έμεινε μήνες χωρίς δουλειά, θύμωνε απότομα. Μία πόρτα που έκλεισε δυνατά, ένα πιάτο που έσπασε, μια φορά που μου έσφιξε το μπράτσο και μετά έκλαιγε λέγοντας «δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος». Κι εγώ τον πίστευα. Ή ήθελα να τον πιστεύω.

Δεν το είχα πει πουθενά ολόκληρο. Στη μητέρα μου έλεγα «έχουμε νεύρα». Στην αδελφή μου έλεγα «περνάει φάση». Ακόμα και όταν η κόρη μας με ρώτησε μια μέρα «γιατί ο μπαμπάς φωνάζει τόσο;», της είπα πως είναι κουρασμένος. Αυτή είναι ίσως η πιο βαριά κουβέντα που έχω πει στη ζωή μου.

Εκείνο το βράδυ, όσο μιλούσαμε για τον λογαριασμό, η κόρη μας βγήκε από το δωμάτιό της. «Μπαμπά, μη φωνάζεις», είπε.

Τότε εκείνος έριξε το κινητό μου στον τοίχο. Μετά ήρθε προς το μέρος μου. Δεν θέλω να πω λεπτομέρειες. Μόνο ότι με έσπρωξε, ότι η μικρή άρχισε να κλαίει και ότι, όταν πήγε να την τραβήξει από μπροστά μου για να “μην ανακατεύεται”, κάτι μέσα μου πανικοβλήθηκε.

Άρπαξα το βαρύ γυάλινο τασάκι από το τραπεζάκι και τον χτύπησα μία φορά στο κεφάλι.

Έπεσε πίσω στον καναπέ. Δεν λιποθύμησε. Με κοίταξε σαν να μην με αναγνώριζε και έβαλε το χέρι του στο μέτωπο. Εγώ έκανα πίσω, πήρα τη μικρή και κλειδώθηκα στο μπάνιο. Κάλεσα το 112. Δεν θυμάμαι καν τι ακριβώς είπα. Θυμάμαι μόνο να επαναλαμβάνω τη διεύθυνσή μας και να λέω «φοβάμαι».

Ήρθε η αστυνομία, μετά το ΕΚΑΒ. Στο νοσοκομείο έκαναν ράμματα, τίποτα σοβαρό, ευτυχώς. Στο Τμήμα μου είπαν ότι μπορώ να καταθέσω για ενδοοικογενειακή βία και να ζητήσω μέτρα προστασίας. Εκείνος είπε πως τον προκάλεσα, πως τον έκλεβα κρυφά με τα χρήματα, πως τον χτύπησα ενώ απλώς μιλούσαμε.

Και το χειρότερο είναι ότι υπήρχε ένα κομμάτι μου που σκεφτόταν: «Ναι, έκρυβα λεφτά. Ναι, του απαντούσα ειρωνικά μερικές φορές. Ναι, θα έπρεπε να είχα φύγει νωρίτερα.» Σαν να έψαχνα τρόπο να κάνω αυτό που έγινε λιγότερο δικό του και περισσότερο δικό μου.

Η αδελφή μου θύμωσε. «Τώρα θυμήθηκες να νιώσεις ενοχες; Όταν το παιδί άκουγε κάθε βράδυ;» Μου μίλησε σκληρά, αλλά δεν είχε άδικο. Η μητέρα μου, πάλι, είπε να μην πάρω μεγάλες αποφάσεις «εν θερμώ», γιατί «είναι ο πατέρας του παιδιού». Και οι δυο τους με αγαπάνε, το ξέρω. Απλώς η καθεμία βλέπει άλλο φόβο.

Τώρα μένω προσωρινά στη μητέρα μου. Μίλησα με το Συμβουλευτικό Κέντρο του δήμου και με δικηγόρο μέσω της δωρεάν νομικής βοήθειας που μου πρότειναν. Η κόρη μου με ρωτάει πότε θα γυρίσουμε σπίτι. Δεν της λέω ψέματα πια, αλλά ούτε ξέρω τι να της πω.

Δεν νιώθω ηρωίδα. Νιώθω πως πέρασα ένα όριο που δεν ήθελα ποτέ να πλησιάσω. Ταυτόχρονα, όταν θυμάμαι το χέρι του να πάει προς τη μικρή, σκέφτομαι ότι εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα δεν έβλεπα άλλη διέξοδο.

Ίσως έπρεπε να είχα ζητήσει βοήθεια πολύ νωρίτερα. Ίσως κι εκείνος έπρεπε να είχε δεχτεί βοήθεια όταν άρχισε να χάνει τον έλεγχο. Τώρα όμως έχουμε όλοι πληγές, άλλες φαίνονται και άλλες όχι. Εσείς τι πιστεύετε; Αν μια γυναίκα αντιδρά βίαια για να σταματήσει έναν άμεσο φόβο, είναι άμυνα ή πρέπει να κουβαλάει την ίδια ευθύνη για πάντα;