«Μη με βάζεις να διαλέξω ανάμεσα σε σένα και στους γονείς μου» — κι εγώ του είπα πως δεν με είχε διαλέξει ποτέ πραγματικά
«Μη με βάζεις να διαλέξω ανάμεσα σε σένα και στους γονείς μου», μου είπε ο άντρας μου μέσα στην κουζίνα, ενώ ο γιος μας άκουγε τηλεόραση στο διπλανό δωμάτιο.
Του απάντησα χωρίς να το σκεφτώ: «Δεν σε βάζω εγώ. Εσύ με έχεις αφήσει τελευταία εδώ και μήνες».
Όλα ξεκίνησαν όταν μετακομίσαμε πριν από οκτώ μήνες στο ισόγειο της πολυκατοικίας των πεθερικών μου στο Κερατσίνι. Πληρώναμε 620 ευρώ ενοίκιο στη Νίκαια και με τον μισθό του άντρα μου από τις διανομές και τον δικό μου από το διαγνωστικό κέντρο στον Πειραιά, δεν έβγαινε εύκολα ο μήνας. Οι πεθερικοί μου μάς είπαν να μείνουμε στο άδειο ισόγειο με ένα μικρό ποσό για τα κοινόχρηστα.
Εγώ είχα αντιρρήσεις. Όχι γιατί δεν τους αγαπάω ή γιατί ήθελα να τους αφήσουμε μόνους. Αλλά ήξερα πώς είναι όταν μένεις τόσο κοντά. Ένα κουδούνι για «έλα να δεις τον θερμοσίφωνα», ένα πιάτο φαγητό που αν δεν το πάρεις παρεξηγούνται, γνώμη για το παιδί, για τα λεφτά, για το πότε γυρνάμε.
Ο άντρας μου μου είπε: «Θα είναι προσωρινό, να σταθούμε λίγο στα πόδια μας». Και συμφώνησα. Αυτό ήταν δικό μου λάθος. Δεν ζήτησα να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή τι σημαίνει “προσωρινό” και τι περιμένουν από εμάς.
Τον δεύτερο μήνα η πεθερά μου έκανε επέμβαση στο γόνατο στο Αττικόν. Δεν ήταν κάτι απλό, αλλά ούτε και κατάσταση που χρειαζόταν άνθρωπο δίπλα της όλο το εικοσιτετράωρο. Ο πεθερός μου έχει πίεση, ζαλίζεται καμιά φορά και αγχώνεται εύκολα. Ο άντρας μου, επειδή δουλεύει από το πρωί μέχρι αργά, άρχισε να λέει: «Πέρνα εσύ μετά τη δουλειά να δεις αν πήρε τα χάπια της», «Μπορείς να της φτιάξεις κάτι ελαφρύ;», «Πήγαινέ τη αύριο στη φυσικοθεραπεία, εγώ δεν μπορώ να αλλάξω βάρδια».
Στην αρχή το έκανα. Τρεις φορές την εβδομάδα, μετά τη δική μου βάρδια. Πήγαινα στη φυσικοθεραπεία, έπαιρνα φάρμακα από το φαρμακείο, άφηνα τον γιο μας στη μητέρα μου για να μη βαριέται σε αίθουσες αναμονής.
Κάποια στιγμή είπα: «Δεν μπορώ να είμαι εγώ η βασική φροντίστρια. Έχω δουλειά, έχω παιδί και είμαι ήδη εξαντλημένη».
Η πεθερά μου δεν φώναξε. Αυτό με μπέρδεψε περισσότερο. Μου είπε μόνο: «Κορίτσι μου, δεν σου ζητάω να γίνεις νοσοκόμα. Αλλά μένεις από κάτω. Αν δεν βοηθήσετε εσείς, ποιος θα βοηθήσει;»
Και ο άντρας μου πρόσθεσε: «Οι δικοί μου μάς έδωσαν σπίτι όταν δεν μπορούσαμε. Δεν γίνεται τώρα να μετράμε την υποχρέοση με τις ώρες».
Του είπα πως δεν μετράω ώρες, απλώς θέλω να υπάρχει συννενόηση. Εκείνος όμως το άκουγε σαν να έλεγα ότι οι γονείς του είναι βάρος.
Η αδερφή του μένει στη Χαλκίδα, έχει δύο μικρά παιδιά και έρχεται όποτε μπορεί. Κι εκείνη, σε ένα οικογενειακό τραπέζι, μου είπε: «Ξέρω ότι κουράζεσαι, αλλά εσύ είσαι εκεί. Εγώ τι να κάνω από τη Χαλκίδα;» Δεν το είπε κακοπροαίρετα. Παρ’ όλα αυτά, ένιωσα ότι το “είσαι εκεί” σήμαινε πως ήμουν διαθέσιμη για όλους.
Το χειρότερο έγινε όταν είδα από την εφαρμογή της τράπεζας ότι ο άντρας μου είχε στείλει 480 ευρώ από τον κοινό μας λογαριασμό στον πεθερό μου. Είχαμε κρατήσει αυτά τα χρήματα για τα τέλη κυκλοφορίας, το φροντιστήριο κολύμβησης του μικρού και έναν λογαριασμό της ΔΕΗ που είχε μείνει πίσω.
Μου είπε ότι τα έδωσε για φυσικοθεραπείες, γιατί η πεθερά μου δεν ήθελε να περιμένει άλλο ραντεβού στο Κέντρο Υγείας. Καταλαβένω την αγωνία του. Αλλά δεν μου το είχε πει καν.
«Θα μου έλεγες όχι», μου είπε.
«Μπορεί. Αλλά θα είχα δικαίωμα να το ξέρω», του απάντησα.
Τότε του είπα και το δικό μου μυστικό. Είχα δει δύο σπίτια για ενοίκιο στον Κορυδαλλό. Δεν είχα υπογράψει τίποτα, αλλά είχα βάλει στην άκρη λίγα χρήματα από υπερωρίες και είχα μιλήσει με μεσίτη. Δεν του το είχα πει γιατί φοβόμουν ότι θα το πάρει σαν επίθεση στους γονείς του.
Το πήρε ακριβώς έτσι.
«Δηλαδή εσύ ετοίμαζες να φύγεις και εγώ είμαι ο κακός επειδή δεν σε ρώτησα για 480 ευρώ;» μου είπε.
Δεν ήταν άδικο αυτό που είπε. Εγώ αντί να του μιλήσω όταν άρχισα να πνίγομαι, έκανα σχέδιο διαφυγής μόνη μου. Εκείνος αντί να παραδεχτεί ότι μου φόρτωσε πράγματα επειδή ήμουν η πιο κοντινή και “βολική”, κρύφτηκε πίσω από το ότι είναι παιδί τους.
Από τότε μένουμε στο ίδιο σπίτι και μιλάμε μόνο για τα απαραίτητα. Ο γιος μας έχει καταλάβει ότι κάτι συμβαίνει και με ρώτησε χθες: «Μαμά, θα φύγουμε από εδώ;» Δεν ήξερα τι να του πω.
Δεν θέλω να κόψω τους πεθερικούς μου από τη ζωή μας. Ούτε θέλω ο άντρας μου να νιώσει ότι του ζητάω να εγκαταλείψει τους γονείς του. Αλλά δεν αντέχω να είμαι πάντα η προτεραιώτητα όλων μόνο όταν χρειάζονται κάτι, ενώ οι δικές μου ανάγκες μπαίνουν μετά.
Μήπως το να κρατάς μια σχέση με κάθε κόστος, τελικά κοστίζει περισσότερο από όσο αξίζει; Εσείς θα φεύγατε ή θα δίνατε άλλη μία ευκαιρία με ξεκάθαρα όρια;