Ο Δαμιανός της έδινε χρήματα «με το σταγονόμετρο» — μέχρι που η Ιωάννα άρχισε να κρατάει κάτι δικό της κρυφό
Για πολύ καιρό νόμιζα ότι απλώς ήμουν άχρηστη με τα χρήματα.
Αυτό μου έλεγε ο Δαμιανός, όχι πάντα με τις ίδιες λέξεις. Άλλοτε έλεγε «εσύ δεν ξέρεις να κουμαντάρεις σπίτι», άλλοτε «αν σε αφήσω ελεύθερη, σε μια βδομάδα θα πεινάμε». Στην αρχή θύμωνα. Μετά άρχισα να τον πιστεύω. Και στο τέλος δεν ήξερα καν πόσα λεφτά έμπαιναν στον λογαριασμό του κάθε μήνα.
Μέναμε σε ένα δυάρι στον Κορυδαλλό, με την κόρη μας, τη Μαρίνα, που τότε ήταν έξι χρονών. Ο Δαμιανός δούλευε σε εταιρεία με ανταλλακτικά αυτοκινήτων. Εγώ είχα αφήσει το κομμωτήριο όταν έμεινα έγκυος και μετά, χωρίς να το καταλάβω, πέρασαν χρόνια. Στην αρχή έλεγε ότι δεν χρειαζόταν να τρέχω με μωρό. Αργότερα έλεγε ότι κανένας δεν θα με προσλάμβανε με τόσα χρόνια κενό. Το έλεγε σχεδόν σαν να με λυπόταν.
Για τα ψώνια μου έδινε συγκεκριμένα χρήματα. Αν περίσσευε κάτι, έπρεπε να το αφήνω στο συρτάρι της κουζίνας. Αν δεν έφτανε, έπρεπε να του το ζητήσω και να του πω ακριβώς γιατί. Ήξερε πόσο κόστιζαν τα γάλατα της μικρής, τα ψωμιά, ακόμη και οι σερβιέτες μου. Μια φορά είχα πάρει ένα μπλουζάκι από τη λαϊκή, οκτώ ευρώ. Το βρήκε στην απλώστρα.
«Αυτό πότε το πήρες;» με ρώτησε.
Είπα την αλήθεια, λες και είχα κάνει κάτι παράνομο.
«Οκτώ ευρώ για κουρέλια, ενώ γκρινιάζεις ότι δεν φτάνουν για το σπίτι;»
Δεν γκρίνιαζα. Του είχα ζητήσει χρήματα για το ολοήμερο και κάτι τετράδια. Αλλά δεν είπα τίποτα. Έβγαλα το μπλουζάκι από την απλώστρα και το έβαλα στην ντουλάπα. Δεν το φόρεσα ποτέ. Μου φαινόταν σαν απόδειξη ότι είχα φερθεί ανεύθυνα.
Δεν με χτυπούσε. Το λέω γιατί κι εγώ για χρόνια έτσι μετρούσα τα πράγματα. Αφού δεν με χτυπούσε, έλεγα, ίσως υπερβάλλω. Αφού δεν μου απαγόρευε ρητά να βγω, απλώς μετά έκανε μούτρα ή μου έλεγε ότι παραμελώ το παιδί, ίσως δεν με έλεγχε. Αφού το σπίτι ήταν στο όνομά του από πριν παντρευτούμε και εκείνος πλήρωνε το νοίκι, ίσως είχε δικαίωμα να αποφασίζει.
Η αδερφή μου, η Νάντια, είχε αρχίσει να απομακρύνεται. Όχι επειδή δεν με αγαπούσε. Νομίζω κουράστηκε να με ακούει να ακυρώνω κάθε καφέ τελευταία στιγμή. Ο Δαμιανός πάντα έβρισκε κάτι: ότι η Μαρίνα είχε βήχα, ότι δεν είχα μαγειρέψει, ότι ήθελε να πάμε στους δικούς του. Μετά έλεγε «πήγαινε, δεν σε κρατάω», με αυτό το ύφος που ήξερα πως θα το πλήρωνα όταν γύριζα.
Το πρώτο δικό μου χρήμα ήταν είκοσι ευρώ. Μια μαμά από το σχολείο, η κυρία Βάσω, έμαθε ότι παλιά έκανα χτενίσματα και με ρώτησε αν μπορούσα να της βάψω τα μαλλιά στο σπίτι πριν από έναν γάμο. Της είπα όχι αμέσως. Μετά όλο το βράδυ το σκεφτόμουν.
Τελικά πήγα ένα μεσημέρι που ο Δαμιανός ήταν στη δουλειά και η Μαρίνα στο ολοήμερο. Τα χέρια μου έτρεμαν στην αρχή, όχι από την τεχνική. Από τον φόβο μήπως αργήσω και αρχίσουν οι ερωτήσεις. Η Βάσω μού έδωσε είκοσι ευρώ παραπάνω από όσα είχαμε πει. Τα δίπλωσα τέσσερις φορές και τα έβαλα μέσα σε ένα παλιό βιβλίο συνταγών της μητέρας μου.
Δεν ήταν το ποσό. Ήταν ότι δεν χρειαζόταν να δώσω αναφορά σε κανέναν.
Μετά ήρθαν λίγες ακόμη γυναίκες. Μια για κούρεμα, άλλη για χτένισμα της κόρης της, μια γειτόνισσα για ρίζα. Δεν έβγαζα πολλά. Κάποιους μήνες ίσα που μάζευα πενήντα ή εβδομήντα ευρώ. Κρατούσα σημειώσεις σε ένα τετράδιο της Μαρίνας, ανάμεσα σε ζωγραφιές και ορθογραφίες. Ντρεπόμουν και ταυτόχρονα ένιωθα σαν να αναπνέω καλύτερα.
Ένα βράδυ, ενώ έψαχνα στο κινητό πώς να βγάλω προπληρωμένη κάρτα χωρίς να μπλέκω με κοινό λογαριασμό, έπεσα σε μια σελίδα για την οικονομική κακοποίηση. Διάβασα ότι μπορεί να είναι έλεγχος εισοδήματος, παρακολούθηση εξόδων, παρεμπόδιση εργασίας, εξευτελισμός όταν ζητάς τα βασικά.
Το διάβασα τρεις φορές.
Δεν έλεγε το όνομα του Δαμιανού. Κι όμως ήταν σαν να περιέγραφε το σπίτι μου, μέχρι και το συρτάρι της κουζίνας.
Πήρα τηλέφωνο στη γραμμή 15900 ένα πρωί από το μπαλκόνι, ενώ η Μαρίνα έβλεπε παιδικά. Δεν είπα πολλά. Κόμπιαζα. Η γυναίκα στην άλλη άκρη δεν μου είπε «φύγε τώρα» ούτε με έκανε να νιώσω χαζή που είχα μείνει. Μου εξήγησε ήρεμα ότι μπορώ να απευθυνθώ σε συμβουλευτικό κέντρο, να ενημερωθώ, να μη βιαστώ αν δεν είμαι έτοιμη.
Βγήκα από εκείνη τη συζήτηση πιο μπερδεμένη, αλλά όχι πια μόνη μέσα στο κεφάλι μου.
Η στιγμή που άλλαξαν όλα δεν ήταν κάποιος μεγάλος καβγάς. Ήταν μια απόδειξη από φαρμακείο. Είχα αγοράσει ένα αντιπυρετικό και δύο πράγματα για μένα. Ο Δαμιανός την είδε στην τσάντα μου και άρχισε να ρωτάει από πού βρήκα τα λεφτά. Του είπα ότι είχα κρατήσει λίγα από τα χτενίσματα.
Σταμάτησε να μιλάει για λίγα δευτερόλεπτα. Αυτό με φόβισε περισσότερο από τις φωνές.
«Δηλαδή με κλέβεις μέσα στο ίδιο μου το σπίτι;» είπε.
Του απάντησα άσχημα. Του είπα ότι δεν τον κλέβω, ότι δουλεύω. Του είπα πως τα χρήματα που βγάζω είναι δικά μου. Η Μαρίνα στεκόταν στην πόρτα του δωματίου της με τις κάλτσες της μισοφορεμένες. Το είδα και εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν ήθελα να με θυμάται έτσι, να απολογούμαι επειδή πήρα ένα φάρμακο ή επειδή έκανα κάτι μόνη μου.
Δεν έφυγα εκείνο το βράδυ. Αυτό είναι η αλήθεια. Έφυγα δύο εβδομάδες μετά, όταν είχα μιλήσει με τη Νάντια, είχα βρει πού να πάμε προσωρινά και είχα βάλει σε μια τσάντα τα χαρτιά μας, δυο αλλαξιές και το αγαπημένο λούτρινο της Μαρίνας. Ο Δαμιανός ήταν στη δουλειά.
Τώρα νοικιάζω ένα μικρό ισόγειο στο Αιγάλεω. Κάνω μαλλιά σε σπίτια και τρεις μέρες την εβδομάδα δουλεύω σε ένα κομμωτήριο. Τα χρήματα πάλι δεν φτάνουν πάντα. Υπάρχουν λογαριασμοί, η αναμονή για το επίδομα στέγασης, τα παπούτσια της μικρής που ξαφνικά μικραίνουν. Υπάρχουν και μέρες που μου λείπει η ασφάλεια που νόμιζα ότι είχα.
Αλλά προχθές η Μαρίνα μου ζήτησε δύο ευρώ για το κυλικείο και δεν ένιωσα κόμπο στο στομάχι. Άνοιξα την τσάντα μου, της τα έδωσα και της είπα να πάρει και ένα κουλούρι για το διάλειμμα. Μετά έφυγε τρέχοντας για το σχολείο, κι εγώ έμεινα στην πόρτα να κοιτάζω τα ψιλά που είχαν μείνει στην παλάμη μου.