«Μη μου ζητάς να χαρώ που βγήκες με άλλον τόσο γρήγορα», μου είπε η κόρη μου — κι εγώ δεν ήξερα αν είχε δίκιο
«Δηλαδή θα βγεις κιόλας με άλλον; Δεν πέρασε ούτε χρόνος, μαμά». Η κόρη μου στεκόταν στην κουζίνα μου, με το μπουφάν ακόμα φορεμένο, και με κοιτούσε σαν να της είχα πει κάτι ντροπιαστικό.
Κρατούσα το κινητό στο χέρι. Είχα απλώς πει ότι το Σάββατο θα πάω για έναν καφέ στο Παγκράτι με έναν συνάδελφο από τη δουλειά. Δεν είπα για σχέση, δεν είπα για συγκατοίκηση, ούτε καν ήξερα αν μου αρέσει πραγματικά.
«Δεν είναι “άλλος”», της είπα. «Είναι ένας καφές. Και δεν σου ζήτησα άδεια».
Μόλις το είπα, το μετάνιωσα. Η κόρη μου δεν είναι μικρό παιδί. Είναι 27, μένει μόνη της στα Πετράλωνα, δουλεύει σε φαρμακείο και είχε περάσει κι εκείνη όλο το περσινό χάλι μαζί μας. Τα τηλεφωνήματα, τις φωνές που νόμιζα ότι δεν άκουγε, τα Χριστούγεννα που ο πατέρας της δεν ήρθε καν για φαγητό.
Ο άντρας μου έφυγε πριν από έντεκα μήνες. Μετά από 24 χρόνια γάμου, ένα στεγαστικό που ακόμα πληρώνω, δύο παιδιά που μεγαλώσαμε με στερήσεις και ένα σπίτι στο Αιγάλεω που νόμιζα πως ήταν η ασφάλειά μας.
Δεν έφυγε για κάποια άλλη, όπως με ρωτούσαν όλοι. Τουλάχιστον όχι απ’ όσο ξέρω. Μου είπε κάτι χειρότερο, με έναν τρόπο: «Δεν αντέχω άλλο να είμαι ο άνθρωπος που είμαι μέσα σε αυτό το σπίτι».
Του φώναξα τότε. Του είπα ότι δεν γίνεται στα 52 του να ανακαλύπτει πως πνίγεται. Του είπα πως εγώ τι ήμουν τόσα χρόνια, η υπηρέτρια που κρατούσε τα πάντα όρθια; Εκείνος μου απάντησε: «Κι εγώ σε άφηνα μόνη σου, απλώς κοιμόμουν δίπλα σου».
Δεν ήταν εντελώς άδικο αυτό που είπε. Εγώ είχα γίνει μόνο λογαριασμοί, παιδιά, ψώνια από τον Σκλαβενίτη, η μητέρα μου που ήθελε εξετάσεις στο Κέντρο Υγείας, ο πεθερός μου που ήθελε κάποιον να τον πάει στην τράπεζα. Όταν εκείνος έλεγε να πάμε κάπου οι δυο μας, συνήθως του έλεγα «άσε τώρα, έχουμε πράγματα». Μετά άρχισε κι εκείνος να μη λέει.
Αλλά άλλο αυτό κι άλλο να φεύγεις.
Τους πρώτους μήνες περίμενα ότι θα γυρίσει. Δεν το έλεγα σε κανέναν, αλλά άφηνα μέχρι και τα πουκάμισά του στην ντουλάπα. Έλεγα στον εαυτό μου ότι το έκανα επειδή δεν είχα κουράγιο να τα μαζέψω. Η αληθεια είναι πως φοβόμουν ότι, αν τα έβαζα σε σακούλες, θα παραδεχόμουν πως τελείωσε.
Στη δουλειά, σε ένα λογιστικό γραφείο στον Κολωνό, άρχισα να μένω παραπάνω ώρες. Εκεί μιλούσα πιο πολύ με έναν συνάδελφο, διαζευγμένο κι αυτός. Δεν μου έκανε μεγάλες δηλώσεις. Μου έφερνε καφέ όταν έτρεχα με τις δηλώσεις, μου έλεγε κανένα αστείο, με ρωτούσε αν έφαγα. Μια μέρα μου έστειλε μηνυμα: «Αν δεν έχεις πρόγραμμα το Σάββατο, πάμε για καφέ; Χωρίς κουβέντα για δουλειά, υπόσχομαι».
Το κοίταζα μισή ώρα πριν απαντήσω.
Η κόρη μου κάθισε απέναντί μου και χαμήλωσε τη φωνή. «Δεν λέω να μείνεις μόνη για πάντα. Αλλά φοβάμαι».
«Τι φοβάσαι; Ότι θα σε ντροπιάσω;» τη ρώτησα απότομα.
«Φοβάμαι ότι θα πονέσεις πάλι. Και φοβάμαι ότι θα κάνεις πως είσαι καλά επειδή δεν αντέχεις να είσαι μόνη. Όπως έκανες και με τον μπαμπά».
Αυτό με χτύπησε γιατί είχε δίκιο σε κάτι που ούτε εγώ ήθελα να δω. Όταν ο άντρας μου έφυγε, έλεγα σε όλους «μια χαρά είμαι, θα τα καταφέρω». Και μετά τα βράδια καθόμουν στον καναπέ με ανοιχτή την τηλεόραση χωρίς να βλέπω τίποτα. Δεν ήθελα άνθρωπο· ήθελα απλώς να μην ακουγεται τόσο άδειο το σπίτι.
Της είπα όμως και κάτι που το κρατούσα μέσα μου. «Ξέρεις τι φοβάμαι εγώ; Μήπως αν δεν πάω ούτε για έναν καφέ, συνηθίσω τόσο πολύ να μην με θέλει κανείς, που στο τέλος πιστέψω ότι αυτό μου αξίζει».
Έβαλε τα κλάματα τότε. Μου είπε πως, όταν έφυγε ο πατέρας της, ένιωσε ότι θα μείνει να με φροντίζει εκείνη. Ότι αν μπλέξω με κάποιον και στραβώσει, θα πρέπει πάλι να μαζεύει τα κομμάτια μου. Δεν της είχα ζητήσει ποτέ κάτι τέτοιο, αλλά καταρχήν της είχα φορτώσει πολλά: την έπαιρνα τηλέφωνο κάθε φορά που έκλαιγα, της έλεγα λεπτομέρειες για τα οικονομικά και για το αν θα πουλήσουμε το σπίτι. Είχα κάνει την κόρη μου παρέα και στήριγμα μαζί.
Της ζήτησα συγγνώμη. Όχι επειδή θα πήγαινα για καφέ, αλλά επειδή την έβαλα στη μέση του δικού μου φόβου.
Τελικά πήγα. Φόρεσα ένα απλό τζιν, όχι γιατί ήθελα να δείξω κάτι, αλλά γιατί είχα ξεχάσει πώς είναι να ντύνεσαι χωρίς να σκέφτεσαι αν θα προλάβεις να μαγειρέψεις. Περάσαμε καλά, ήσυχα. Δεν έγινε τίποτα θεαματικό. Γελάσαμε, μιλήσαμε για παιδιά, για λογαριασμούς, για το πόσο δύσκολο είναι να αρχίζεις από την αρχή όταν όλοι θεωρούν ότι στην ηλικία σου πρέπει να έχεις ήδη βρει τις απαντήσεις.
Όταν γύρισα, δεν ένιωσα ούτε θεραπευμένη ούτε ερωτευμένη. Ένιωσα απλώς ότι έκανα κάτι για μένα χωρίς να καταστραφεί ο κόσμος.
Με την κόρη μου ακόμα το δουλεύουμε. Κι εγώ προσπαθώ να μην της λέω τα πάντα και εκείνη προσπαθεί να μη θεωρεί ότι κάθε δική μου επιλογή είναι απειλή. Δεν ξέρω αν αυτός ο άνθρωπος θα μείνει στη ζωή μου. Δεν ξέρω καν αν είμαι έτοιμη.
Ξέρω μόνο ότι η μοναξιά μερικές φορές σε προστατεύει, αλλά μπορεί και να σε πείσει ότι δεν χρειάζεσαι τίποτα. Εσείς τι λέτε; Αξίζει να ρισκάρεις να πληγωθείς ξανά, όταν υπάρχει έστω η πιθανότητα να βρεις λίγη χαρά;