«Δεν γίνεται να χτίσουμε ζωή με έναν μισθό και ένα νοίκι», μου είπε — και κατάλαβα ότι δεν μιλούσε μόνο για τα λεφτά

«Μη μου πεις ότι θα έρθουν πάλι οι γονείς σου Κυριακή», μου είπε ο σύντροφός μου, ενώ κρατούσε το κινητό στο χέρι. «Δεν χωράμε ούτε εμείς εδώ μέσα, πόσο μάλλον τέσσερις άνθρωποι.»

Του είπα απότομα: «Δεν είναι “οι γονείς μου”. Είναι η μάνα μου και ο πατέρας μου. Και έρχονται γιατί ο πατέρας μου θα πάει τη Δευτέρα στον Ευαγγελισμό για εξετάσεις.»

Εκείνος αναστέναξε. «Δεν είπα να μην έρθουν. Αλλά δεν γίνεται έτσι κάθε φορά. Και, ειλικρινά, δεν γίνεται να χτίσουμε ζωή με έναν μισθό και ένα ενίκιο που μας τρώει τα μισά.»

Μένουμε σε δυάρι στο Αιγάλεω, πάνω από ένα μαγαζί με ανταλλακτικά. Εγώ δουλεύω σε φούρνο, έξι μέρες τη βδομάδα, με ωράρια που αλλάζουν τελευταία στιγμή. Εκείνος είναι σε τεχνική εταιρεία, με καλύτερο μισθό από τον δικό μου και με γονείς που μένουν σε δικό τους σπίτι στο Χαλάνδρι.

Στην αρχή αυτά δεν τα σκεφτόμουν. Βγαίναμε, γελούσαμε, πηγαίναμε για καφέ στο Περιστέρι, κάναμε μικρά σχέδια. Μου έλεγε «θα βρούμε άκρη». Εγώ τον πίστευα. Ίσως επειδή ήθελα πολύ να τον πιστέψω.

Το θέμα άρχισε όταν πήγαμε για τραπέζι στους δικούς του. Η μητέρα του με ρώτησε ευγενικά τι δουλειά κάνω. Της είπα στον φούρνο. Χαμογέλασε λίγο περίεργα και είπε: «Ε, τίμια δουλειά. Αλλά εσύ, παιδί μου, έχεις σπουδάσει, έχεις δυνατότητες. Δεν θα κοιτάξεις κάτι πιο… σταθερό;»

Εκείνος δεν είπε τίποτα. Αυτό με πείραξε περισσότερο.

Μετά, στον δρόμο, του είπα: «Γιατί δεν μίλησες;»

Μου απάντησε: «Τι να πω; Η μάνα μου δεν σε πρόσβαλε.»

«Δεν είπε για μένα;»

«Είπε την αλήθεια. Δεν έχουμε καμία ασφάλεια αυτή τη στιγμή.»

Τότε θύμωσα και του πέταξα ότι ντρέπεται για μένα. Μου είπε πως δεν ντρέπεται, αλλά ότι κουράστηκε να κάνει πως όλα είναι ρομαντικά ενώ κάθε μήνα μετράμε λογαριασμούς, σούπερ μάρκετ και βενζίνες.

Και είχε δίκιο σε ένα κομμάτι. Εγώ του είχα πει ότι χρωστάω μόνο δύο δόσεις στην κάρτα. Στην πραγματικότητα είχα κι ένα παλιό καταναλωτικό που είχε μείνει από τότε που βοηθούσα τον αδελφό μου με τα έξοδα του σπιτιού τους. Δεν του το είπα ποτέ. Ντρεπόμουν. Φοβόμουν ότι θα με δει όπως με έβλεπε, ή νόμιζα πως με έβλεπε, η οικογένειά του: σαν βάρος.

Το έμαθε όταν πήγαμε να δούμε αν μπορούμε να μπούμε στο «Σπίτι μου» για ένα μικρό διαμέρισμα. Ο μεσίτης μάς ζήτησε χαρτιά, εκκαθαριστικά και στοιχεία. Στο σπίτι, μου είπε ήρεμα: «Γιατί δεν μου το είχες πει;»

Του απάντησα: «Γιατί κάθε φορά που μιλάμε για λεφτά, νιώθω ότι περνάω εξέταση.»

«Δεν σε εξετάζω», είπε. «Προσπαθώ να δω αν υπάρχει κοινό μέλλον.»

Αυτό ήταν το χειρότερο. Όχι ότι φώναξε. Όχι ότι έφυγε. Το είπε χαμηλά, σαν να μιλούσε για κάτι που ήδη είχε χαθεί.

Την επόμενη μέρα η μητέρα του τον πήρε τηλέφωνο όσο ήμουν δίπλα. Δεν άκουγα όλα, αλλά άκουσα να λέει: «Μαμά, σε παρακαλώ, μη μπλέκεσαι.» Μετά μου είπε πως του πρότειναν να γυρίσει προσωρινά στο πατρικό του για να “ξεμπερδέψει” οικονομικά.

«Και εσύ τι είπες;» τον ρώτησα.

Κοίταξε κάτω. «Ότι δεν θέλω να φύγω. Αλλά δεν μπορώ να συνεχίσω σαν να μη συμβαίνει τίποτα.»

Δεν ξέρω αν με αγάπησε λιγότερο ή αν απλώς είδε καθαρά πράγματα που εγώ προσπαθούσα να κρύψω. Κι εγώ, αντί να του πω την αλήθεια νωρίς, έκανα πως θα τα προλάβω όλα: τη δουλειά, τα χρέη, τον άρρωστο πατέρα μου, το σπίτι, τη σχέση. Καταλαβένω ότι τον έφερα προ τετελεσμένου.

Προς το παρόν μένουμε ακόμα μαζί, αλλά ψάχνω δεύτερη δουλειά για τα απογεύματα και εκείνος λέει ότι θα πάμε σε λογιστή να τα βάλουμε κάτω. Δεν ξέρω αν αυτό είναι προσπάθεια ή ένας πιο ήσυχος τρόπος να χωρίσουμε.

Πάντως έμαθα πως δεν αρκεί να λες «αγαπιόμαστε» όταν ο ένας φοβάται ότι δεν αξίζει και ο άλλος φοβάται ότι θα βουλιάξουν και οι δύο. Εσείς τι λέτε; Μπορεί η αγάπη να αντέξει όταν οι κοινωνικές και οικονομικές διαφορές μπαίνουν κάθε μέρα μέσα στο σπίτι;