«Δεν θα κάνω εγώ μόνη μου τη νοσηλεύτρια στη μητέρα σου» — και τότε μου αποκάλυψε το χρέος που έκρυβε
«Τη Δευτέρα δεν γυρνάω από τη δουλειά για να αλλάξω πάνες και να μαγειρέψω για τέσσερις ανθρώπους. Πρέπει να βρούμε άλλη λύση», είπα στον άντρα μου, και το είπα πιο απότομα απ’ όσο ήθελα.
Με κοίταξε λες και του είχα πει να πετάξουμε τη μητέρα του στον δρόμο.
«Δηλαδή τι προτείνεις; Να την αφήσω μόνη της στο σπίτι της μετά το χειρουργείο;»
«Όχι. Προτείνω να μη θεωρείς δεδομένο ότι θα το κάνω εγώ όλο.»
Η πεθερά μου ήταν στο διπλανό δωμάτιο. Δεν ξέρω αν άκουγε, αλλά σταμάτησε η τηλεόραση απότομα. Εκείνη τη στιγμή χάθηκε αυτή η ηρεμία που είχαμε, έστω και ψεύτικη. Μέχρι τότε κάναμε όλοι πως υπάρχει σεβασμός και συνεννόηση.
Πριν δυόμισι μήνες έπεσε στο μπάνιο του σπιτιού της στο Αιγάλεω και έσπασε το ισχίο της. Χειρουργήθηκε στο Αττικόν και μετά από μέρες μάς είπαν πως χρειαζόταν άνθρωπο δίπλα της ώσπου να σταθεί καλύτερα. Ο άντρας μου είναι μοναχοπαίδι. Εγώ, από φόβο και συγκίνηση εκείνη την ώρα, είπα το μεγάλο λάθος: «Ας έρθει σε μας για είκοσι μέρες, μέχρι να συνέλθει».
Δεν συζητήσαμε τι σημαίνει αυτό στην πράξη. Δεν βάλαμε ημερομηνία, δεν βγάλαμε πρόγραμμα, δεν μιλήσαμε για λεφτά. Μόνο τη φέραμε στο δυάρι μας, μαζί με τα φάρμακα, το πι, το ειδικό μαξιλάρι και δυο σακούλες πράγματα.
Οι είκοσι μέρες έγιναν δυόμισι μήνες.
Δουλεύω σε σούπερ μάρκετ στον Κορυδαλλό, έξι ώρες όρθια. Ο άντρας μου κάνει διανομές και γυρνάει άλλες φορές στις έξι, άλλες στις δέκα. Η κόρη μας είναι έντεκα και έχει αρχίσει να κλείνεται στο δωμάτιό της, γιατί η γιαγιά της κοιμάται στο σαλόνι και της κάνει παρατήρηση ακόμα και για το πώς μιλάει στο τηλέφωνο.
Η πεθερά μου δεν είναι κακή γυναίκα. Φοβάται. Τη βλέπω όταν ξυπνάει τη νύχτα και ψάχνει το πι της. Ντρέπεται που θέλει βοήθεια στο μπάνιο και μετά το γυρίζει σε γκρίνια.
«Μη βάζεις τόσο αλάτι στο φαγητό μου.»
«Μπορείς να μη φεύγεις αμέσως μόλις γυρνάς;»
«Το παιδί να μην τρέχει, θα πέσω.»
Κι εγώ, αντί να της πω ήρεμα τι μπορώ και τι δεν μπορώ, κατάπινα πράγματα. Μετά ξεσπούσα στον άντρα μου για μια πετσέτα αφημένη στην καρέκλα ή για το ότι δεν είχε πάρει ψωμί.
Εκείνος βοηθούσε, δεν λέω. Της έκανε το μπάνιο τα Σαββατοκύριακα, την πήγαινε στη φυσικοθεραπεία στο Κέντρο Υγείας. Αλλά τις καθημερινές όλα έπεφταν πάνω μου. Τα φάρμακα, το φαγητό, τα τηλέφωνα για ραντεβού, η κόρη, το σπίτι. Είχα αρχίσει να πηγαίνω στη δουλειά με νεύρα και να γυρνάω με κόμπο στο στομάχι.
Του είπα να δούμε για μια γυναίκα δυο ώρες τη μέρα. Ρώτησα κι εγώ στο φαρμακείο της γειτονιάς και μου έδωσαν τηλέφωνα. Με 8 με 10 ευρώ την ώρα, για λίγες μέρες την εβδομάδα, θα παίρναμε μια ανάσα.
«Δεν βγαίνει», μου είπε κοφτά.
«Δεν βγαίνει ή δεν θέλεις να χαλάσουμε λεφτά; Η μητέρα σου παίρνει σύνταξη.»
Εκεί θύμωσε. «Τη σύνταξή της την κρατάει για τα φάρμακα και τους λογαριασμούς της. Δεν θα της τα πάρουμε κι αυτά.»
Το δέχτηκα, αλλά μέσα μου άρχισα να φοβάμαι πως η προσωρινή κατάσταση θα γινόταν μόνιμη. Ότι κάθε φορά που θα έλεγα “δεν αντέχω”, θα φαινόμουν εγώ η άκαρδη νύφη. Και όσο το φοβόμουν, τόσο πιο ψυχρή γινόμουν μαζί της.
Μετά τον καβγά εκείνο το βράδυ, ο άντρας μου βγήκε στο μπαλκόνι. Τον ακολούθησα. Μου είπε χαμηλά:
«Δεν σου το είπα γιατί ντρεπόμουν. Πέρσι, όταν έμεινα δυο μήνες χωρίς μεροκάματο, πήρα καταναλωτικό για να κλείσω την κάρτα και κάτι χρέη από το αμάξι. Μου μένουν ακόμα δόσεις. Δεν έχω χρήματα για γυναίκα, ούτε για αλλαγές στο σπίτι της μητέρας μου.»
Ένιωσα διπλά προδομένη. Όχι μόνο γιατί το είχε κρύψει, αλλά γιατί τόσον καιρό νόμιζα ότι απλώς περίμενε από μένα να κάνω υποχρέοση τη φροντίδα της μητέρας του.
«Κι εγώ τι είμαι; Η λύση επειδή δεν βγαίνουν οι δόσεις σου;» του είπα.
«Όχι. Αλλά δεν ξέρω τι να κάνω. Είναι η μάνα μου.»
Αυτό ήταν το χειρότερο. Τον πίστεψα. Δεν αδιαφορεί για εκείνη. Απλώς έχει πανικοβληθεί και κάνει πως, αν κρατάμε όλοι λίγο ακόμα, θα λυθεί μόνο του.
Την επόμενη μέρα, η πεθερά μου με φώναξε. «Άκουσα χθες. Αν είμαι βάρος, να με πάτε σπίτι μου.»
Της είπα πως δεν είναι αυτό. Της είπα όμως και την αλήθεια, όσο μπώρεσα χωρίς να την πληγώσω: «Δεν μπορώ να είμαι μόνη υπεύθυνη. Χρειάζεται να βρούμε πρόγραμμα. Να μιλήσουμε με τον γιατρό, με τον δήμο για το Βοήθεια στο Σπίτι, να δούμε τι μπορεί να κάνει κι ο γιος σου σταθερά.»
Δεν απάντησε αμέσως. Μόνο είπε: «Δεν θέλω ξένους μέσα στο σπίτι μου.»
Τώρα προσπαθούμε να βρούμε μια μέση λύση. Ο άντρας μου είπε ότι θα αναλάβει συγκεκριμένες μέρες και θα μιλήσει με την τράπεζα για τις δόσεις. Εγώ είπα ότι δεν θα ξανασυμφωνήσω σε κάτι τόσο μεγάλο χωρίς κουβέντα, ακόμα κι αν πρόκειται για οικογένεια. Αλλά η αλήθεια είναι ότι στο σπίτι ακόμα περπατάμε προσεκτικά. Κανείς δεν νιώθει καλά και όλοι περιμένουμε από τον άλλον να αντέξει λίγο παραπάνω.
Δεν θέλω να αφήσω μια ηλικιωμένη γυναίκα αβοήθητη. Δεν θέλω όμως να χαθώ κι εγώ μέσα σε μια κατάσταση που δεν διάλεξα όπως έγινε. Εσείς πού πιστεύετε ότι τελειώνει η βοήθεια και πού αρχίζει η θυσία που κάνει κακό και στους υπόλοιπους;