«Έφυγα από το οικογενειακό τραπέζι και κανείς δεν με πήρε τηλέφωνο»

Δεν έφυγα χτυπώντας πόρτες. Αυτό είναι ίσως το πιο παράξενο.

Έβαλα το παλτό μου, πήρα την τσάντα μου από την καρέκλα του σαλονιού και είπα στη μητέρα μου ότι έχω πονοκέφαλο και θα φύγω. Εκείνη συνέχισε να μαζεύει τα πιάτα. Ο αδελφός μου, ο Στέλιος, κοιτούσε το κινητό του. Η νύφη μου είπε μόνο «εντάξει, Μαρίνα, ξεκουράσου».

Κανείς δεν με ρώτησε τι είχα.

Ήταν Κυριακή μεσημέρι, στο σπίτι της μητέρας μου στο Αιγάλεω. Από αυτά τα κυριακάτικα τραπέζια που γίνονται σχεδόν από συνήθεια. Φασολάκια, πατάτες στον φούρνο, φέτα, ψωμί από τον φούρνο της γωνίας. Οι ανιψιές μου είχαν φάει ήδη και είχαν κλειστεί στο δωμάτιο με τα τάμπλετ. Εγώ καθόμουν απέναντι από τον Στέλιο και ένιωθα σαν να έβλεπα μια σκηνή που την έχω ζήσει εκατό φορές.

Μιλούσαν για την εκδρομή που θα έκαναν το επόμενο Σαββατοκύριακο. Ο Στέλιος με τη γυναίκα του θα πήγαιναν Καλάβρυτα, «να ξεσκάσουν λίγο». Και κάπου εκεί η μητέρα μου είπε, τελείως φυσικά:

«Μαρίνα, θα μπορείς να κρατήσεις τα κορίτσια από Παρασκευή βράδυ; Και αν γίνεται, πέρασε κι από το φαρμακείο μου, γιατί τελειώνουν τα χάπια για την πίεση.»

Δεν ήταν η πρώτη φορά. Δεν ήταν καν η δέκατη.

Είμαι σαράντα τριών, δουλεύω σε ένα μικρό λογιστικό γραφείο στο Περιστέρι και μένω μόνη μου σε ένα δυάρι που νοικιάζω από τότε που χώρισα, πριν από έξι χρόνια. Δεν έχω παιδιά. Αυτό, χωρίς να το λέει κανείς ξεκάθαρα, με είχε κάνει κάπως τη διαθέσιμη της οικογένειας.

Η Μαρίνα θα πάει τη μαμά για εξετάσεις. Η Μαρίνα θα περιμένει τον τεχνικό. Η Μαρίνα θα κρατήσει τα παιδιά όταν οι άλλοι έχουν μια δουλειά, μια έξοδο, ένα ταξίδι, μια ανάγκη. Η Μαρίνα θα βρει άκρη με το taxisnet, με τον ΕΦΚΑ, με το e-banking, με ό,τι τέλος πάντων κανείς δεν θέλει να ασχοληθεί.

Και για να είμαι δίκαιη, δεν τα έκανα όλα με το ζόρι. Τα έκανα επειδή αγαπάω τη μητέρα μου. Τα κορίτσια τα λατρεύω. Ο Στέλιος δεν είναι κακός άνθρωπος. Απλώς έχει συνηθίσει να λέει «εσύ τα καταφέρνεις καλύτερα». Κι εγώ, κάθε φορά που το άκουγα, ένιωθα για λίγο χρήσιμη. Σαν να είχα κι εγώ έναν ρόλο.

Μετά, βέβαια, γυρνούσα σπίτι μου Κυριακή βράδυ με μια σακούλα τάπερ στο χέρι και το κεφάλι μου έτοιμο να σπάσει.

Τους τελευταίους μήνες είχα αρχίσει να μην είμαι καλά. Στη δουλειά είχαμε πολύ πίεση λόγω δηλώσεων και δύο συνάδελφοι έφυγαν μέσα σε λίγο καιρό. Έκανα υπερωρίες χωρίς να πληρώνομαι πάντα όπως έπρεπε, αλλά φοβόμουν να μιλήσω. Το νοίκι ανέβηκε. Ο ιδιοκτήτης μού είπε ότι «τόσα δίνουν πλέον όλοι», λες και είναι παρηγοριά αυτό.

Και παράλληλα η μητέρα μου είχε αρχίσει να χρειάζεται περισσότερα. Όχι κάτι τραγικό, ευτυχώς. Έχει την πίεσή της, τα γόνατά της, ξεχνάει καμιά φορά λογαριασμούς. Αλλά κάθε μικρό πράγμα κατέληγε σε μένα.

Ένα βράδυ, Τετάρτη ήταν, ήμουν στο λεωφορείο και η μητέρα μου με πήρε τρεις φορές. Δεν μπορούσα να απαντήσω γιατί είχε τόσο κόσμο που κρατιόμουν από τη χειρολαβή με τα δύο χέρια. Όταν την πήρα πίσω, είχε εκνευριστεί.

«Πού ήσουν; Σε έπαιρνα.»

Της είπα ότι γυρνάω από δουλειά.

«Ε, καλά, δεν χάθηκε ο κόσμος. Απλώς ήθελα να δω αν μπορείς αύριο να με πας στο κέντρο υγείας.»

Της είπα ότι δεν μπορούσα, ότι είχα κλείσει ραντεβού στον οδοντίατρο που το ανέβαλα ήδη δύο φορές.

Σώπασε λίγο και μετά είπε: «Άστο, παιδί μου. Θα δω τι θα κάνω.»

Αυτό το «θα δω τι θα κάνω» με έκανε να ακυρώσω το ραντεβού μου μέσα σε πέντε λεπτά. Δεν μου ζήτησε καν να το κάνω. Το έκανα μόνη μου. Και μετά θύμωσα μαζί της, ενώ στην πραγματικότητα θύμωσα με μένα.

Την Κυριακή, λοιπόν, όταν μου ζήτησε πάλι να κρατήσω τα παιδιά, κάτι μέσα μου απλώς δεν προχώρησε όπως συνήθως.

Είπα: «Όχι, αυτή τη φορά δεν μπορώ.»

Ο Στέλιος σήκωσε το βλέμμα του.

«Γιατί; Έχεις κάτι;»

Δεν ξέρω γιατί με πείραξε τόσο αυτή η ερώτηση. Ίσως επειδή δεν εννοούσε “πώς είσαι;”, αλλά “ποιο εμπόδιο υπάρχει στο πρόγραμμά μας;”.

«Ναι», του είπα. «Έχω ανάγκη να είμαι σπίτι μου.»

Γέλασε λίγο, αμήχανα. «Ε, σπίτι σου θα είσαι. Τα παιδιά δεν είναι βάρος.»

Εκεί ήταν που ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει. Δεν είπα ότι είναι βάρος. Αλλά το να περνάω ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο με δύο παιδιά, να τα ταΐζω, να τα πηγαίνω δραστηριότητες, να απαντάω σε μηνύματα των γονιών τους και να κοιμάμαι στον καναπέ γιατί φοβούνται μόνες τους, δεν είναι ακριβώς ξεκούραση.

Η νύφη μου είπε ήρεμα ότι είχαν κλείσει το ξενοδοχείο. Η μητέρα μου είπε «έλα μωρέ, δυο μέρες είναι». Και ξαφνικά όλοι περίμεναν από μένα να διορθώσω κάτι που δεν είχα χαλάσει εγώ.

Τότε έβαλα το παλτό μου και έφυγα.

Στο μετρό έκλαψα λίγο, χωρίς φασαρία. Με κοιτούσε μια κοπέλα απέναντί μου και έκανα πως ψάχνω κάτι στην τσάντα μου. Ντράπηκα κιόλας. Σαράντα τριών χρονών γυναίκα, να κλαίει επειδή δεν μπορεί να πει όχι σε ένα Σαββατοκύριακο με τις ανιψιές της.

Περίμενα ότι κάποιος θα με έπαιρνε το βράδυ. Ο Στέλιος, έστω. Ή η μητέρα μου, να μου πει ότι στενοχωρήθηκε αλλά να με ρωτήσει αν είμαι καλά.

Δεν πήρε κανείς.

Τη Δευτέρα το πρωί έστειλε μήνυμα η νύφη μου: «Τελικά θα τις κρατήσει η μητέρα μου, μη σε νοιάζει.» Τίποτα άλλο. Ούτε τελεία δεν είχε νόημα να βάλει, έτσι μου φάνηκε.

Πέρασαν δύο εβδομάδες που μιλούσα με τη μητέρα μου μόνο για τα απολύτως απαραίτητα. Μου έλεγε για τα ψώνια, για μια γειτόνισσα που έπεσε στις σκάλες, για το τι έδειξε η τηλεόραση. Δεν ανέφερε ποτέ εκείνη την Κυριακή. Ούτε εγώ.

Την περασμένη Πέμπτη με πήρε και μου είπε ότι ο Στέλιος θα τη πάει σε έναν γιατρό την άλλη εβδομάδα. Το είπε σαν απλή πληροφορία. Και αντί να ανακουφιστώ, ένιωσα κάτι πολύ άσχημο: ζήλεψα. Σαν να με αντικαθιστούσαν.

Μετά κατάλαβα πόσο μπερδεμένο είναι όλο αυτό. Ήθελα να σταματήσω να είμαι η μόνιμα διαθέσιμη, αλλά όταν δεν με χρειάζονταν, ένιωθα αόρατη. Ίσως αυτό φοβόμουν τόσα χρόνια. Ότι αν δεν κάνω πράγματα για όλους, δεν θα έχουν λόγο να με θέλουν κοντά τους.

Αύριο η μητέρα μου έχει τα γενέθλιά της. Θα πάω. Της πήρα ένα ζευγάρι παντόφλες που μου είχε δείξει σε μια βιτρίνα, μπλε σκούρες, κλειστές μπροστά γιατί κρυώνουν τα πόδια της.

Δεν ξέρω αν θα ανοίξω τη συζήτηση. Μπορεί να μην έχω ακόμη τη δύναμη. Αλλά αυτή τη φορά δεν θα της πω ότι μπορώ να αναλάβω το επόμενο Σαββατοκύριακο πριν καν με ρωτήσει.