«Δεν γίνεται να την διώξω, είναι η μάνα μου» — κι εγώ κατάλαβα ότι στο ίδιο μου το σπίτι δεν είχα πια θέση

«Μη μου λες να βρω λύση, λύση βρήκα. Θα μείνει εδώ η μάνα μου», μου είπε ο άντρας μου στην κουζίνα, ενώ η πεθερά μου καθόταν ήδη στο σαλόνι με δυο βαλίτσες δίπλα της.

Δεν ήξερα καν ότι θα ερχόταν εκείνο το απόγευμα. Είχα γυρίσει από τη δουλειά μου σε ένα διαγνωστικό κέντρο στο Περιστέρι, κουρασμένη, και βρήκα το γραφείο που είχα φτιάξει στο μικρό δωμάτιο γεμάτο σακούλες, φάρμακα και μια παλιά πολυθρόνα που έφεραν από το σπίτι της.

«Τι είναι όλα αυτά;» τον ρώτησα.

«Η μάνα μου δεν μπορεί να μείνει μόνη μετά την πτώση. Ο γιατρός στο Κέντρο Υγείας είπε να μην ανεβοκατεβαίνει σκάλες. Εδώ έχουμε ασανσέρ.»

«Και δεν σκέφτηκες να με πάρεις ένα τηλέφωνο;»

«Τι να σε πάρω; Θα έλεγες όχι;»

Η αλήθεια είναι ότι πριν από δέκα μέρες, όταν είχε πέσει στο μπάνιο της και χτύπησε το ισχίο, εγώ η ίδια είχα πει: «Αν χρειαστεί, ας έρθει για λίγο σε εμάς». Το είπα γιατί τη λυπήθηκα και γιατί ο κουνιάδος μου μένει στη Λάρισα και η κουνιάδα μου έχει δυο μικρά παιδιά στην Καλλιθέα. Δεν φαντάστηκα όμως ότι το “για λίγο” θα σήμαινε πως θα άδειαζε το δωμάτιό μου χωρίς να με ρωτήσει κανείς.

Δουλεύω δύο μέρες από το σπίτι. Δεν είναι πολυτέλεια αυτό το δωμάτιο. Εκεί κρατάω τον υπολογιστή, τα χαρτιά μου, εκεί κάθομαι όταν θέλω να ηρεμήσω. Στο δυάρι μας, που το νοικιάζουμε τόσα χρόνια, ήταν ο μόνος χώρος που ένιωθα λίγο δικός μου.

Το βράδυ, αφού κοιμήθηκε η πεθερά μου, του είπα ήρεμα:

«Δεν σου λέω να μην βοηθήσουμε. Σου λέω ότι με έβγαλες από την απόφαση. Και από το δωμάτιό μου.»

«Το δωμάτιό σου;» μου απάντησε. «Είναι σπίτι μας, όχι δικό σου. Και μιλάμε για τη μάνα μου, όχι για επισκέπτρια.»

Εκεί ένοιωσα άσχημα, όχι μόνο από τα λόγια του. Γιατί ήξερα ότι κι εγώ είχα συμβάλει. Τον τελευταίο χρόνο απέφευγα κάθε κουβέντα για λεφτά και για το πώς θα φροντίζαμε τους γονείς μας όταν μεγάλωναν. Εκείνος έλεγε να κρατάμε κάτι στην άκρη, κι εγώ έλεγα «θα τα δούμε όταν έρθει η ώρα». Είχα κουραστεί από τις γκρίνιες και ήθελα ησυχία. Τελικά η ώρα ήρθε και εγώ δεν είχαμε συμφωνήσει σε τίποτα.

Τις πρώτες μέρες προσπάθησα. Της έφτιαχνα καφέ, της έπαιρνα τα φάρμακα από το φαρμακείο, έβαζα πλυντήρια. Εκείνη δεν ήταν αγενής. Ίσα ίσα, κάθε τόσο έλεγε: «Κορίτσι μου, μη σε αναστατώνω, θα φύγω μόλις μπορέσω». Αλλά μετά φώναζε τον γιο της από το δωμάτιο για το παραμικρό. «Παιδί μου, φέρε μου νερό», «παιδί μου, κάτσε λίγο μαζί μου». Και εκείνος έτρεχε.

Σε μένα έλεγε μόνο: «Κάνε λίγη υπομονή». Σαν να ήταν δική μου υποχρέωση να μην ενοχλώ τη νέα τους καθημερινότητα.

Μια Κυριακή ήρθε η κουνιάδα μου για φαγητό και, χωρίς να το θέλει ίσως, είπε: «Καλά κάνατε και τη φέρατε. Μέχρι να βγει η σύνταξη χηρείας και να δούμε τι θα γίνει με το σπίτι της, δεν γίνεται να είναι μόνη.»

Τότε κατάλαβα οτι δεν μιλούσαμε για δύο εβδομάδες. Το σπίτι της πεθεράς μου είναι παλιό, χωρίς ασανσέρ, και μετά τον θάνατο του πεθερού μου τα έξοδα την είχαν πνίξει. Ο άντρας μου το ήξερε. Είχε μιλήσει με τα αδέρφια του. Μόνο εγώ δεν ήξερα.

Τον τράβηξα στο μπαλκόνι.

«Πόσο καιρό θα μείνει;»

«Δεν ξέρω.»

«Το ήξερες όμως ότι μπορεί να είναι μήνες.»

«Ναι, γιατί αν στο έλεγα θα άρχιζες ότι δεν χωράμε, ότι δεν αντέχεις, ότι θα χαλάσει η ζωή μας.»

«Και γι’ αυτό αποφάσισες μόνος σου;»

«Γιατί κάποιος έπρεπε να αποφασίσει.»

Δεν είχα απάντηση εκείνη τη στιγμή. Είχα πει παλιότερα σκληρά πράγματα, τύπου «εγώ δεν θα γίνω νοσοκόμα κανενός» όταν τσακωνόμασταν για τη μητέρα μου, που κι εκείνη μένει μόνη της στο Αιγάλεω. Ίσως φοβήθηκε ότι θα τον άφηνα να τα βγάλει πέρα μόνος του. Αλλά άλλο να φοβάσαι την αντίδραση του άλλου κι άλλο να τον σβήνεις από τη συζήτηση.

Το χειρότερο έγινε προχθές. Γύρισα και βρήκα τον υπολογιστή μου στο τραπέζι της κουζίνας. Η πεθερά μου ήθελε χώρο για ένα κρεβάτι με προστατευτικά, γιατί τη νύχτα σηκώνεται δύσκολα. Ο άντρας μου είχε κανονίσει να το φέρουν την επόμενη μέρα.

«Δεν γίνεται να δουλεύω από την κουζίνα με κόσμο να μπαινοβγαίνει», του είπα.

«Θα βολευτείς για λίγο.»

«Εγώ βολεύομαι συνέχεια. Εσύ πότε θα με ρωτήσεις τι αντέχω;»

Η πεθερά μου άκουσε και έβαλε τα κλάματα. Μου είπε πως θα γυρίσει σπίτι της, ακόμα κι αν φοβάται. Εκεί πραγματικά ένιωσα χάλια. Δεν θέλω να την πετάξω έξω. Δεν θέλω ούτε ο άντρας μου να νοιώθει ότι πρέπει να διαλέξει ανάμεσα σε μένα και τη μητέρα του.

Αλλά δεν καταλαβένω γιατί η φροντίδα προς εκείνη πρέπει να σημαίνει ότι εγώ δεν έχω φωνή μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.

Τώρα κοιμόμαστε στον ίδιο χώρο, αλλά μιλάμε μόνο για πρακτικά: ποιος θα πάει σούπερ μάρκετ, τι ώρα έχει φυσικοθεραπεία, αν πλήρωσε εκείνος το ενοίκιο. Μου είπε ότι ψάχνει λύση με την κουνιάδα μου και ίσως βάλουν όλοι χρήματα για μια γυναίκα να περνάει από το σπίτι της πεθεράς μου. Δεν ξέρω αν το εννοεί ή αν απλώς θέλει να σταματήσω να μιλάω.

Νιώθω ενοχές που ζητάω χώρο όταν μια ηλικιωμένη γυναίκα χρειάζεται βοήθεια. Αλλά νιώθω και ότι, αν συνεχίσω να κάνω υπομονή χωρίς καν να συμμετέχω στις αποφάσεις, θα εξαφανιστώ τελείως από τη ζωή που έχτισα. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Πότε η υπομονή γίνεται προδοσία προς τον ίδιο μας τον εαυτό;