«Μας έκαναν οικογένεια όταν τους βόλευε»: Όταν η βοήθεια σε φίλους γίνεται μόνιμη υποχρέωση
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΡΙΑΣ
Το κινητό μου χτυπάει πια και αγχώνομαι πριν καν δω όνομα. Αυτό από μόνο του νομίζω λέει πολλά για το πού έχει φτάσει μια φιλία 18 χρόνων.
Με τον άντρα μου είμαστε φίλοι με ένα άλλο ζευγάρι από τότε που τα παιδιά μας πήγαιναν δημοτικό. Δεν είμαστε συγγενείς, αλλά ήμασταν από αυτούς που λέμε «δικοί μας άνθρωποι». Πριν περίπου ενάμιση χρόνο ο φίλος μας έκανε ένα χειρουργείο στη μέση και μετά άρχισαν και άλλα θέματα υγείας, όχι κάτι που να τον έχει στο κρεβάτι, αλλά δεν μπορούσε να οδηγήσει για καιρό, ούτε να σηκώνει βάρη. Η γυναίκα του δεν οδηγεί σε εθνική, φοβάται, και γενικά δεν τα βγάζει εύκολα πέρα με εξωτερικές δουλειές.
Στην αρχή ήταν αυτονόητο ότι θα βοηθήσουμε. Τους πήγαμε σε γιατρούς, εξετάσεις, φυσικοθεραπείες, μέχρι και στο νοσοκομείο στο Ρίο δύο φορές. Ο άντρας μου τους έκανε κάτι μικροδουλειές στο σπίτι, άλλαξε μια βρύση, κουβάλησε ψώνια, πήγε φάρμακα από το φαρμακείο όταν είχε εφημερία και δεν προλάβαιναν. Κι εγώ της έφτιαχνα λίστες, πλήρωνα λογαριασμούς online γιατί εκείνη δεν το έχει με αυτά, πήγαινα και κάνα δυο φορές να βάλω πλυντήριο όταν είχε ζόρι. Δεν το λέω για να το μετρήσω, αλλά για να καταλάβετε ότι δεν μιλάμε για ένα-δυο θελήματα.
Το θέμα είναι ότι σιγά σιγά σταμάτησαν να ρωτάνε και άρχισαν να θεωρούν. Μήνυμα το βράδυ για ραντεβού το πρωί. Τηλέφωνο την ώρα που τρώγαμε αν μπορούμε να πεταχτούμε σούπερ μάρκετ. Αν δεν απαντούσα αμέσως, έπαιρναν τον άντρα μου. Μια φορά μάλιστα μου είπε η φίλη μου ότι «αφού εσείς έχετε το αμάξι και είστε πιο άνετοι με τα ωράρια». Πιο άνετοι δεν είμαστε. Εγώ δουλεύω σε φροντιστήριο, ο άντρας μου είναι ηλεκτρολόγος και πολλές δουλειές τις κυνηγάει με το τηλέφωνο στο χέρι. Απλώς στριμώχναμε τη ζωή μας.
Το σημείο που έσπασε κάτι μέσα μου ήταν τον Ιούλιο. Είχαμε κλείσει από τον Μάιο πέντε μέρες στη Νάξο, πρώτη φορά μόνοι μας μετά από χρόνια. Το ήξεραν. Τρεις μέρες πριν φύγουμε, μας είπαν ότι βγήκε ένα καινούριο θέμα με εξετάσεις και ότι δεν γίνεται να λείπουμε, γιατί ποιος θα τους τρέχει. Όταν είπαμε ότι δεν ακυρώνουμε, μας το γύρισαν σε παράπονο και σχεδόν κατηγορία, ότι τους αφήνουμε στα δύσκολα ενώ τόσα χρόνια ήμασταν σαν αδέλφια.
Από τότε ψυχράθηκαν όλα. Έπεσαν βαριές κουβέντες, κυρίως από εκείνους. Ότι αλλάξαμε, ότι όταν χρειάστηκε φάνηκε τι άνθρωποι είμαστε. Ο άντρας μου λέει να το αφήσουμε, γιατί δεν είναι φιλία αυτό. Εγώ όμως πονάω και θυμώνω μαζί, γιατί δεν ξέρω αν έπρεπε να έχω μιλήσει νωρίτερα και πιο καθαρά, αντί να μαζεύω αγανάκτηση μέχρι να σκάσω.
Θέλω τη γνώμη σου σε κάτι συγκεκριμένο: αξίζει να κάνω μια τελευταία κουβέντα για να σωθεί ό,τι σώζεται ή όταν κάποιος έχει μπερδέψει τη βοήθεια με υποχρέωση, η ζημιά έχει ήδη γίνει;
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΟΥ
Το πιο αποκαλυπτικό σημείο στο γράμμα σου δεν είναι οι εξετάσεις ούτε οι διακοπές. Είναι η φράση «ποιος θα τους τρέχει». Εκεί κρύβεται όλη η μετατόπιση: από φίλοι γίνατε υποδομή.
Βοηθήσατε πολύ, και καλά κάνατε. Σε μια δύσκολη φάση, οι άνθρωποι φαίνονται. Μόνο που υπάρχει μια λεπτή αλλά ουσιαστική διαφορά: άλλο να στηρίζεις έναν άνθρωπο που περνάει ζόρι κι άλλο να οργανώνεις τη ζωή σου μόνιμα γύρω από τις αδυναμίες του. Ο φίλος σου είχε θέμα υγείας. Η γυναίκα του φοβάται να οδηγήσει, δεν τα πάει με τα online, δυσκολεύεται με πρακτικά πράγματα. Όλα αυτά είναι αληθινά. Δεν σημαίνει όμως ότι η λύση είναι να γίνετε εσείς το εξωτερικό τους νευρικό σύστημα.
Θα σου πω και κάτι που δεν σε βολεύει εντελώς: άργησες να μιλήσεις. Όχι επειδή είχες άδικο, αλλά επειδή για πολύ καιρό απαντούσατε σαν να είναι λογικό. Όταν ο άλλος σε βρίσκει πάντα διαθέσιμη, δεν μαθαίνει μέτρο. Μαθαίνει συνήθεια. Κι έπειτα η συνήθεια βαφτίζεται δικαίωμα. Αυτό δεν τους αθωώνει καθόλου για όσα είπαν. Το ότι σας ζήτησαν, έστω έμμεσα, να ακυρώσετε διακοπές για να καλύψετε δικές τους ανάγκες δείχνει άνθρωπους που είχαν πια χάσει την αναλογία.
Εδώ όμως υπάρχει και μια δεύτερη ευθύνη, δική τους και καθαρή: αντί να ψάξουν άλλες λύσεις, έκλεισαν πάνω σας όλο το βάρος. Υπάρχουν ταξί για ιατρικές μετακινήσεις, συγγενείς, γείτονες, πληρωμένη βοήθεια έστω για κάποια πράγματα, ακόμη και το δύσκολο αλλά αναγκαίο βήμα να μάθει η σύζυγος να διαχειρίζεται περισσότερα. Μπορεί να κοστίζει, μπορεί να είναι άβολο, αλλά η ενήλικη ζωή συχνά κοστίζει και είναι άβολη.
Αν κάνεις τελευταία κουβέντα, να μην την κάνεις για να «σωθεί η φιλία» με νοσταλγία. Να την κάνεις μόνο για καθαρότητα. Μία ήρεμη φράση αρκεί: σας βοηθήσαμε με την καρδιά μας, αλλά δεν μπορούμε να είμαστε μόνιμα υπεύθυνοι για τη ζωή σας, και οι κουβέντες που ακούσαμε μας πλήγωσαν. Αν το ακούσουν, ίσως μείνει κάτι. Αν απαντήσουν πάλι με απαίτηση και ενοχή, η φιλία έχει ήδη αλλάξει όνομα.
Μερικές σχέσεις δεν τελειώνουν από έναν καβγά. Τελειώνουν όταν ο ένας ξεχνάει ότι ο άλλος έχει επίσης ζωή.
ΕΡΩΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΣΑΣ
Όταν μια φιλική βοήθεια κρατάει μήνες, ποιος έχει μεγαλύτερη ευθύνη να βάλει όριο: αυτός που ζητάει όλο και περισσότερα ή αυτός που συνεχίζει να τα κάνει όλα;