«Δεν μπορώ να σου κρατάω το σπίτι για πάντα», μου είπε η μητέρα μου — και ένιωσα πάλι ότι περισσεύω

«Μέχρι το τέλος του μήνα θέλω να έχεις βρει κάτι άλλο», μου είπε η μητέρα μου στην κουζίνα της, χωρίς καν να με κοιτάξει καλά.

Την κοιτούσα με το φλιτζάνι στο χέρι και νόμιζα ότι δεν άκουσα σωστά.

«Δηλαδή με διώχνεις;» τη ρώτησα.

«Δεν σε διώχνω. Το σπίτι είναι δικό μου και το χρειάζεται η αδελφή σου τώρα. Με τα παιδιά της, όπως είναι… πού να πάει;»

Μένω τα τελευταία τέσσερα χρόνια σε ένα μικρό δυάρι στο Περιστέρι, που ήταν του παππού μου. Όταν πέθανε, η μητέρα μου το κληρονόμησε. Εγώ τότε είχα μόλις χωρίσει, δεν έβγαινα οικονομικά με το ενοίκιο και εκείνη μου είπε: «Πήγαινε εκεί μέχρι να σταθείς στα πόδια σου». Δεν πλήρωνα ενοίκιο, μόνο κοινόχρηστα, ρεύμα, νερό και ό,τι χαλούσε.

Το “μέχρι να σταθείς” εγώ το έκανα μέσα μου “έχω επιτέλους ένα σπίτι”. Ξέρω πως δεν είναι το ίδιο. Αλλά έτσι το ένιωθα.

Η αδελφή μου χώρισε πριν από δύο μήνες και γύρισε προσωρινά στο πατρικό με τα δύο παιδιά. Ο άντρας της έφυγε από το σπίτι, αλλά εκείνη δεν μπορεί να καλύψει μόνη της το δάνειο. Η μητέρα μου είπε ότι το δικό μου διαμέρισμα είναι πιο κοντά στο σχολείο των παιδιών και στο φροντιστήριο.

«Και εγώ;» της είπα. «Εγώ πού θα πάω με 780 ευρώ μισθό;»

Δουλεύω σε σούπερ μάρκετ, πενθήμερο στα χαρτιά, αλλά με αλλαγές βαρδιών και Κυριακές που “βγαίνουν ανάγκες”. Είχα αρχίσει να ψάχνω για κάτι καλύτερο, αλλά δεν είχα βρει. Δεν της είχα πει όμως ότι πριν έξι μήνες μου έκοψαν ώρες. Ντρεπόμουν. Της έλεγα ότι είμαι καλά, για να μη μου κάνει πάλι λογαριασμό για το τι κάνω λάθος.

«Θα σε βοηθήσω για την εγγύηση», είπε.

«Με τι λεφτά;» της πέταξα. «Με αυτά που πάντα βρίσκονται για όλους εκτός από μένα;»

Εκεί σηκώθηκε όρθια. «Μη λες τέτοια. Για σένα έκανα ό,τι μπορούσα.»

Και τότε της είπα πράγματα που κρατούσα χρόνια. Ότι όταν ήμουν μικρή, πάντα μου έλεγε να κάνω υπομονή γιατί η αδελφή μου ήταν “πιο ευαίσθητη”. Ότι όταν ο πατέρας μου έφυγε, εγώ ήμουν αυτή που δεν έκλαιγε και άρα, όπως φαίνεται, δεν χρειαζόταν κανέναν. Ότι κάθε φορά που είχα ανάγκη κάτι, ένιωθα πως έπρεπε πρώτα να αποδείξω ότι το αξίζω.

«Εσύ δεν ζητούσες ποτέ», μου είπε χαμηλά.

«Γιατί όταν ζητούσα, μου έλεγες να μην κάνω έτσι.»

Δεν μιλήσαμε άλλη μέρα. Η αδελφή μου με πήρε τηλέφωνο και μου είπε κλαίγοντας: «Δεν θέλω να σε πετάξω έξω. Αλλά δεν έχω πού να πάω». Της απάντησα ψυχρά πως δεν φταίω εγώ που ο άντρας της αποφάσισε να φύγει. Το μετάνιωσα μόλις το έκλεισα. Δεν ήταν δίκαιο, αλλά εκείνη τη στιγμή ήθελα να πονέσει κάποιος όσο πονούσα εγω.

Δύο μέρες μετά πήγα στη μητέρα μου να πάρω κάτι χαρτιά που χρειαζόμουν για το ΚΕΠ. Τη βρήκα να ψάχνει φακέλους στο τραπέζι. Είδα μια ειδοποίηση από τη ΔΕΗ και ένα χαρτί από την τράπεζα.

Δεν το ήξερα, αλλά είχε μπει εγγυήτρια σε ένα παλιό καταναλωτικό δάνειο του αδελφού μου, όταν είχε μείνει άνεργος. Εκείνος τώρα δίνει όποτε μπορεί, αλλά έχουν μείνει δόσεις. Και η μητέρα μου πληρώνει και φάρμακα που δεν καλύπτονται όλα από τον ΕΟΠΥΥ για τον πατέρα μου.

«Γιατί δεν μου το είπες;» τη ρώτησα.

«Για να κάνεις τι; Να αγχωθείς;» μου είπε. «Εσύ με αποφεύγεις μόλις καταλάβεις ότι θέλω να μιλήσουμε σοβαρά.»

Είχε δίκιο σε αυτό. Κάθε φορά που με έπαιρνε και έλεγε “έλα να τα πούμε”, εγώ περίμενα κριτική, απαίτηση ή κακό νέο. Και συχνά δεν απαντούσα καν. Μετά έλεγα μέσα μου ότι δεν με ψάχνει αρκετά.

Δεν σημαίνει ότι ξαφνικά δεν πονάω. Ούτε ότι δεν φοβάμαι πως θα βρεθώ πάλι σε ένα σπίτι που δεν θα νιώθω δικό μου. Βρήκα τελικά ένα μικρό ημιυπόγειο στον Κολωνό, με ακριβό ενοίκιο για τα λεφτά μου. Η μητέρα μου έδωσε την εγγύηση και εγώ δανείστηκα τα υπόλοιπα από μια συνάδελφο. Η αδελφή μου θα πάει στο δυάρι, αλλά είπε πως θα πληρώνει εκείνη τα έξοδα και ένα μικρό ποσό στη μητέρα μου.

Αυτό που δεν μπορώ να ξεκολλήσω είναι ότι, όταν μου είπε να φύγω, μέσα μου γύρισα αμέσως στο παιδί που έμαθε να μην ελπίζει πολύ, για να μην απογοητευτεί. Κι ίσως κι εγώ, τόσα χρόνια, έσπρωχνα τους άλλους μακριά πριν προλάβουν να μου δείξουν αν θα έμεναν.

Δεν ξέρω αν ένας άνθρωπος ξεπερνά πραγματικά την αίσθηση ότι δεν έχει σταθερό μέρος που να τον θέλουν. Εσείς τι πιστεύετε; Μπορεί να ξαναχτιστεί αυτή η ασφάλεια ή μένει πάντα μέσα σου ο φόβος ότι κάποια στιγμή θα σου πουν πάλι «δεν χωράς εδώ»;