«Υπέγραψες για την Αθήνα χωρίς να μου το πεις;» — Η προαγωγή που περίμενα χρόνια έβαλε το σπίτι μας απέναντί μου
«Υπέγραψες για την Αθήνα χωρίς να μου το πεις;» μου είπε ο άντρας μου, κρατώντας το κινητό μου στο χέρι.
Δεν φώναζε. Αυτό ήταν χειρότερο. Η κόρη μας διάβαζε στο δωμάτιό της για τις Πανελλαδικές και η μητέρα μου κοιμόταν στον καναπέ, γιατί εδώ και δύο μήνες μένει μαζί μας μετά το χειρουργείο στο ισχίο.
Του είπα: «Δεν υπέγραψα ακόμα. Πάτησα αποδοχή για να μη χαθεί η θέση. Μου δίνουν δύο μέρες να απαντήσω οριστικά.»
«Και πότε σκόπευες να μου το πεις; Αφού έκλεινες το σπίτι στην Αθήνα;»
Εκεί κόλλησα. Γιατί δεν είχα απάντηση που να ακούγεται καλά.
Δουλεύω δεκατέσσερα χρόνια σε εταιρεία ειδών σπιτιού στην Πάτρα. Ξεκίνησα στο ταμείο, μετά πήγα στις παραγγελίες και τα τελευταία χρόνια είμαι υπεύθυνη καταστήματος. Έχω μείνει μέσα σε εκπτώσεις, έχω ακυρώσει γιορτές, έχω αφήσει την κόρη μου μικρή στη μητέρα μου όταν ανέβαζε πυρετό, επειδή δεν έβρισκα αντικατάσταση. Δεν τα λέω για να με λυπηθεί κανείς. Τα έκανα και γιατί ήθελα να προχωρήσω.
Πριν τρία χρόνια μου είχαν πει ότι «είμαι η επόμενη για περιφερειακή υπεύθυνη». Τελικά πήραν έναν άνθρωπο από Αθήνα. Πέρσι μου είπαν πάλι να κάνω υπομονή. Και τώρα, ξαφνικά, άνοιξε θέση περιφερειακής υπεύθυνης για τέσσερα καταστήματα στην Αττική.
Καλύτερος μισθός, εταιρικό αυτοκίνητο, κανονικό ωράριο στα χαρτιά και η θέση που περίμενα. Μόνο που έπρεπε να είμαι στην Αθήνα τουλάχιστον τέσσερις μέρες την εβδομάδα.
Ο άντρας μου δουλεύει σε συνεργείο στον Ρίο. Δεν μπορεί απλά να πει «φεύγω». Η δουλειά του είναι εκεί, οι πελάτες του είναι εκεί και μετά από χρόνια κατάφερε να μη χρωστάει στον ΕΦΚΑ. Μου είπε ήρεμα: «Χαίρομαι για σένα, αλήθεια. Αλλά εσύ βλέπεις μόνο τι θα κερδίσεις. Βλέπεις τι θα μείνει σε μένα; Η κόρη, η μάνα σου, το σπίτι, όλα;»
Του απάντησα άσχημα. «Δηλαδή εγώ τόσα χρόνια τι έκανα; Δεν κράτησα κι εγώ το σπίτι όταν εσύ έστηνες το συνεργείο;»
Και μου είπε κάτι που με ενόχλησε επειδή είχε δίκιο μόνο κατά το μισό.
«Το κράτησες. Αλλά δεν μου ζήτησες ποτέ να το κάνω εγώ μόνος μου. Εσύ τώρα το αποφάσισες πριν καν μιλήσουμε.»
Η αλήθεια είναι ότι φοβόμουν τη συζήτηση. Ήξερα τι θα πει. Όχι επειδή είναι κακός ή επειδή θέλει να με κρατήσει πίσω. Απλώς θα έβαζε κάτω λογαριασμούς, την κόρη, τη μητέρα μου, τη βενζίνη Πάτρα-Αθήνα, ένα δεύτερο νοίκι αν χρειαζόταν. Κι εγώ δεν ήθελα να ακούσω κάτι που θα με έκανε να πω όχι.
Το χειρότερο έγινε το βράδυ, όταν η κόρη μας άκουσε τις κουβέντες. Βγήκε από το δωμάτιο και είπε: «Δηλαδή θα φύγεις τώρα; Μέχρι να δώσω εξετάσεις;»
Της είπα ότι δεν θα την άφηνα, ότι θα βρίσκαμε τρόπο, ότι θα ερχόμουν κάθε εβδομάδα. Μου είπε: «Δεν είναι το ίδιο να έρχεσαι Σαββατοκύριακο.» Και μετά έκλεισε την πόρτα της.
Εκεί ένιωσα ότι όλοι με κοιτάνε σαν να ζητάω κάτι παράλογο. Από την άλλη, σκέφτομαι πως αν το αρνηθώ, σε πέντε χρόνια θα λέω πάλι ότι έδωσα τα πάντα και κανείς δεν το εκτίμησε. Και ίσως να μην φταίει κανείς γι’ αυτό, εκτός από μένα που περίμενα να με ανταμείψει η δουλειά για κάθε θυσία μου.
Η μητέρα μου, που νόμιζα ότι κοιμόταν, μου είπε αργότερα στην κουζίνα: «Μη με κάνεις δικαιολογία. Για μένα θα βρεθεί βοήθεια, έστω δυο φορές τη βδομάδα από το “Βοήθεια στο Σπίτι”. Αλλά μην κάνεις ούτε το δικό σου κεφάλι και φύγεις σαν να μην έχεις οικογένεια.»
Δεν ξέρω αν θέλω πραγματικά αυτή τη θέση ή αν θέλω επιτέλους να νιώσω οτι άξιζαν όλα όσα έχω στερηθεί. Μπορεί να μπερδεύω την προαγωγή με την αναγνώριση. Μπορεί και να φοβάμαι ότι, αν δεν το κάνω τώρα, θα μείνω για πάντα στο ίδιο σημείο.
Η προθεσμία λήγει αύριο. Ο άντρας μου δεν μου είπε «μην πας». Μου είπε μόνο: «Αν πας, θέλω να είναι απόφαση δική μας, όχι ανακοίνωση δική σου.»
Και αυτό με πείραξε, αλλά μάλλον αυτό έπρεπε να είχα κάνει από την αρχή. Εσείς πιστεύετε ότι μπορεί κάποιος να φτάσει επαγγελματικά εκεί που θέλει χωρίς να πληρώσει με την προσωπική του ευτυχία; Τι θα κάνατε στη θέση μου;