«Μας βγάζουν το σπίτι σε πλειστηριασμό» μου είπε ο άντρας μου, κι εγώ κατάλαβα ότι δεν ήξερα πια με ποιον ζούσα
«Μην πανικοβάλλεσαι, θα το τακτοποιήσω», μου είπε ο άντρας μου στην κουζίνα, ενώ εγώ κρατούσα στο χέρι το χαρτί από την τράπεζα που έγραφε για καθυστέρηση δόσεων και κίνδυνο καταγγελίας του δανείου.
Τον κοίταξα και του είπα: «Ποιου δανείου; Το στεγαστικό το πληρώνουμε κανονικά».
Κάθισε στην καρέκλα, έτριψε το μέτωπό του και δεν απάντησε αμέσως. Τότε κατάλαβα ότι δεν ήταν ένα απλό λάθος ή κάποια απλή καθυστέρηση. Μου είπε τελικά ότι πριν από τρία χρόνια είχε βγάλει καταναλωτικό δάνειο και είχε χρησιμοποιήσει και την πιστωτική του. Είχε μπει εγγυητής και σε ένα δάνειο του αδελφού του για το μαγαζί του, που δεν πήγε καλά.
«Το έκανα για να μη διαλυθούμε τότε», είπε. «Ο αδελφός μου είχε δύο παιδιά, τι να έκανα;»
«Και εμένα γιατί δεν μου το είπες;» του φώναξα. «Εμείς δεν έχουμε παιδί; Δεν έχουμε σπίτι;»
Το σπίτι είναι στο όνομά μας και των δυο. Το πήραμε πριν από δεκατέσσερα χρόνια, με στεγαστικό, όταν ο γιος μας ήταν ακόμα στο νηπιαγωγείο. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, ένα διαμέρισμα στα δυτικά της Αθήνας, αλλά είναι το σπίτι μας. Εκεί μεγάλωσε το παιδί μας, εκεί μένει η μητέρα μου μερικές φορές όταν δεν μπορεί να μείνει μόνη της μετά τα νοσοκομεία και τις εξετάσεις της.
Εγώ δουλεύω σε φούρνο, πρωινό ωράριο, και εκείνος σε συνεργείο αυτοκινήτων. Τα τελευταία χρόνια δεν μας έφταναν εύκολα τα λεφτά, αυτό είναι αλήθεια. Είχαμε τα φροντιστήρια του γιου μας, τα φάρμακα της μητέρας μου, ΔΕΗ, κοινόχρηστα, σούπερ μάρκετ. Αλλά κάθε μήνα μου έλεγε: «Μην ανησυχείς, τα έχω υπολογίσει».
Κι εγώ τον πίστευα. Ίσως γιατί με βόλευε να τον πιστεύω. Δεν ήθελα να ανοίγω κουβέντες για λογαριασμούς όταν γυρνούσα κουρασμένη. Έβλεπα ότι ήταν νευρικός, ότι απέφευγε το κινητό του όταν χτυπούσε, αλλά έλεγα μέσα μου πως όλοι πιεζόμαστε.
Την επόμενη μέρα πήγαμε μαζί στην τράπεζα. Η υπάλληλος μάς εξήγησε ήρεμα ότι υπήρχαν καθυστερήσεις και σε άλλες υποχρεώσεις του, τις οποίες εγώ δεν γνώριζα. Εκείνος είχε κάνει ρυθμίσεις, μετά τις έχασε, και τώρα χρωστούσε περισσότερα απ’ όσα μου είχε πει.
Στον δρόμο της επιστροφής δεν μιλούσα. Εκείνος είπε: «Δεν στα έκρυβα για να σε κοροϊδέψω. Φοβόμουν ότι θα με αφήσεις».
Του απάντησα: «Δεν με φοβήθηκες όταν υπέγραφες; Μόνο όταν έπρεπε να μου το πεις με φοβήθηκες;»
Το χειρότερο, όμως, το βρήκα δυο μέρες μετά. Μπήκα στο συρτάρι με τα χαρτιά για να βρω το Ε9 και είδα μια παλιά αίτηση δανείου. Είχε δηλώσει ότι το ποσό θα πήγαινε για επισκευές στο σπίτι. Στην πραγματικότητα, όπως μου παραδέχτηκε αργότερα, ένα μέρος πήγε στον αδελφό του και ένα άλλο σε χρέη από στοιχήματα που είχε κάνει για μήνες κρυφά.
Δεν μιλάμε για τεράστια ποσά κάθε φορά, μου είπε. «Έλεγα ότι θα τα πάρω πίσω και θα κλείσω τις τρύπες». Αλλά οι τρύπες έγιναν περισσότερες.
Εκεί ένιωσα ότι δεν μπορώ να εμπιστευτώ ούτε αυτά που ξέρω για την καθημερινότητά μας. Όταν πήγαινε δήθεν για ένα καφέ μετά τη δουλειά, μήπως ήταν σε πρακτορείο; Όταν μου έλεγε ότι πλήρωσε έναν λογαριασμό, τον πλήρωσε όντως; Άρχισα να ψάχνω αποδείξεις, κινήσεις λογαριασμών, φακέλους. Δεν μου αρέσει αυτός ο εαυτός μου, αλλά δεν ήξερα πια τι άλλο να κάνω.
Η αδελφή του μου είπε στο τηλέφωνο: «Μη τον τελειώνεις, έκανε βλακείες, αλλά έχει λιώσει στη δουλειά για το σπίτι». Η μητέρα μου, από την άλλη, είπε: «Να προστατέψεις το παιδί και τον εαυτό σου, όχι να κάνεις την καλή». Ο γιος μας δεν ξέρει λεπτομέρειες. Μόνο μας είδε να μαλώνουμε και είπε: «Θα χάσουμε το σπίτι;» Δεν ήξερα τι να του απαντήσω.
Ο άντρας μου πήγε μόνος του σε σύμβουλο για τα στοιχήματα και συμφώνησε να δίνει όλο τον μισθό του σε κοινό λογαριασμό, να μην έχει κάρτες και να κάνουμε μαζί τη ρύθμιση. Δεν το έκανε επειδή τον πίεσα μόνο. Τον είδα να ντρέπεται πραγματικά, να μην κοιμάται, να προσπαθεί. Κι όμως, μέσα μου δεν ησυχάζω.
Κι εγώ δεν ήμουν άμοιρη. Απέφευγα να δω την πραγματικότητα, δεν ζητούσα να ξέρω τα οικονομικά μας και άφηνα όλα τα χαρτιά πάνω του, επειδή νόμιζα ότι έτσι κρατάμε την ηρεμία στο σπίτι. Τώρα αναρωτιέμαι αν η ηρεμία που είχαμε ήταν αληθινή ή απλώς δεν κοίταζα καλά.
Δεν ξέρω ακόμη αν θα μείνω ή αν, όταν σταθούμε λίγο στα πόδια μας, θα ζητήσω να χωρίσουμε. Ξέρω μόνο ότι μπορώ να συγχωρήσω μια δυσκολία, ίσως και μια κακή απόφαση. Αλλά δεν ξέρω αν συγχωρείται η ζωή που χτίστηκε πάνω σε ψέματα. Εσείς πιστεύετε ότι υπάρχει όριο στη συγχώρεση όταν η εμπιστοσύνη έχει σπάσει τελείως;