Ο γιος τους παντρεύτηκε κρυφά και τους το είπε όταν όλα είχαν ήδη τελειώσει
Τη φωτογραφία την είδα στο Viber, ενώ καθάριζα φασολάκια στον νεροχύτη. Ήταν Τρίτη, κοντά στις έξι. Ο άντρας μου, ο Τάσος, έβλεπε ειδήσεις χαμηλόφωνα στο σαλόνι και εγώ είχα αφήσει το κινητό πάνω στο τραπέζι, δίπλα σε μια σακούλα από τον μανάβη.
Άναψε η οθόνη. «Μαμά, θέλω να σας πω κάτι». Και από κάτω μια φωτογραφία του Νίκου με τον Άρη, και οι δύο ντυμένοι επίσημα, μπροστά σε ένα δημαρχείο. Ο Νίκος φορούσε μπλε κοστούμι που δεν είχα ξαναδεί. Ο Άρης είχε ένα ανοιχτόχρωμο σακάκι και κρατούσε ένα μικρό μπουκέτο, όχι κάτι υπερβολικό. Χαμογελούσαν σαν παιδιά που μόλις έκαναν μια σκανταλιά.
Το επόμενο μήνυμα έγραφε: «Παντρευτήκαμε σήμερα. Θα σας πάρω το βράδυ να μιλήσουμε. Σας αγαπάω».
Στην αρχή νόμισα ότι μου έκανε πλάκα. Ο Νίκος από μικρός έκανε κάτι τέτοια, να στέλνει μια φωτογραφία χωρίς εξήγηση, να μας αφήνει να αναρωτιόμαστε. Μετά κοίταξα καλύτερα. Στη φωτογραφία φαινόταν μια γυναίκα στο βάθος, μάλλον η υπάλληλος του δήμου. Υπήρχαν και δύο άνθρωποι που δεν γνώριζα. Μάρτυρες, υπέθεσα.
Φώναξα τον Τάσο χωρίς να καταλάβω ότι φώναξα.
Ήρθε και σκούπισε τα χέρια του στο παντελόνι του, λες και έκανε κι εκείνος δουλειά στην κουζίνα.
«Τι έγινε;»
Του έδωσα το κινητό. Το διάβασε δύο φορές. Δεν είπε τίποτα. Κάθισε στην καρέκλα μου και έμεινε να κοιτάει τη φωτογραφία.
Εγώ έβαλα τα φασολάκια σε ένα μπολ, αλλά είχα ξεχάσει να τα ξεπλύνω. Τα ξαναέπλυνα από την αρχή. Αυτή η λεπτομέρεια μου έχει μείνει πιο πολύ απ’ όσο θα έπρεπε. Το νερό έτρεχε, εγώ έτριβα τα ίδια φασολάκια, και στο μυαλό μου γύριζε μόνο μία σκέψη: ο γιος μου παντρεύτηκε και δεν ήμουν εκεί.
Ο Νίκος είναι τριάντα τριών. Με τον Άρη είναι μαζί σχεδόν έξι χρόνια. Μένουν στη Θεσσαλονίκη, κοντά στην Καμάρα, σε ένα μικρό νοικιασμένο δυάρι που πάντα λένε ότι θα αλλάξουν όταν βρουν κάτι πιο άνετο. Εμείς είμαστε στην Κατερίνη. Δεν έχουμε πει ποτέ ότι δεν δεχόμαστε τη σχέση τους. Όταν μας το είπε, πριν χρόνια, ο Τάσος δυσκολεύτηκε. Δεν θα το αρνηθώ. Είχε εκείνη τη σιωπή του, τη βαριά, που σε κάνει να νιώθεις ότι ό,τι κι αν πεις θα πέσει στο πάτωμα.
Όμως δεν τον έδιωξε. Δεν τον πρόσβαλε. Μετά από λίγο καιρό, πήγαμε σπίτι τους, φάγαμε όλοι μαζί, γνωρίσαμε τον Άρη. Στην αρχή ήμασταν αμήχανοι, κι αυτοί το ίδιο. Ο Άρης έφτιαξε παστίτσιο και είχε βάλει τόση κανέλα που ο Τάσος δεν το τρώει ούτε να τη μυρίσει. Κι όμως, έφαγε δύο κομμάτια και είπε «μια χαρά είναι». Για τον άντρα μου αυτό ήταν σχεδόν αγκαλιά.
Τα χρόνια που ακολούθησαν ήμασταν παρόντες. Όχι τέλειοι, όχι όσο θα ήθελε ίσως ο Νίκος, αλλά παρόντες. Όταν ο Άρης έχασε τη δουλειά του στην εστίαση μέσα στην πανδημία, στείλαμε χρήματα χωρίς πολλά λόγια. Όταν ο Νίκος έκανε επέμβαση στη μέση, ανέβηκα για τρεις μέρες και τους μαγείρευα. Τα Χριστούγεννα έρχονταν σπίτι μας, έστω και για λίγο. Η αδελφή του Νίκου, η Μαρίνα, τους είχε πάντα μαζί της στις οικογενειακές φωτογραφίες.
Γι’ αυτό δεν καταλάβαινα.
Το βράδυ μας πήρε βιντεοκλήση. Εγώ δεν ήθελα να απαντήσω. Ήθελα να τον αφήσω να περιμένει, όπως περιμέναμε εμείς όλη μέρα να μας εξηγήσει. Ο Τάσος όμως πάτησε το πράσινο κουμπί.
Ο Νίκος ήταν στο σπίτι τους. Είχε βγάλει το σακάκι, αλλά φορούσε ακόμη το πουκάμισο και τη γραβάτα. Πίσω του είδα ένα μπαλόνι που έγραφε «just married», μάλλον από αυτά που πουλάνε στα μαγαζιά με είδη πάρτι. Ο Άρης καθόταν πιο πίσω και δεν μιλούσε.
«Να ζήσετε», είπα εγώ πρώτη. Το είπα ξερά. Το κατάλαβα και μόνη μου.
Ο Νίκος κατέβασε τα μάτια.
«Μαμά, δεν θέλαμε να σας στενοχωρήσουμε.»
«Κι όμως, αυτό καταφέρατε.»
Ο Τάσος ήταν ήσυχος. Αυτό με ανησύχησε περισσότερο. Συνήθως, όταν φορτίζεται, λέει κάτι άκομψο και μετά το μετανιώνει. Εκείνο το βράδυ έτριβε μόνο το φρύδι του με τον αντίχειρα.
Ο Νίκος είπε ότι το είχαν αποφασίσει ξαφνικά. Ότι δεν ήθελαν τραπέζια, συγγενείς, ερωτήσεις, υπονοούμενα. Ότι ήθελαν να είναι μια ήρεμη μέρα, χωρίς να πρέπει να προσέχουν ποιος θα κοιτάξει περίεργα, ποιος θα πει κάτι στον θείο Στέλιο, αν η γιαγιά θα αντέξει, αν θα γίνει θέμα.
«Ποιο θέμα;» τον ρώτησα. «Εγώ κι ο πατέρας σου θα ήμασταν εκεί. Αυτό μόνο θέλαμε.»
Και τότε είπε κάτι που με πείραξε επειδή, κατά βάθος, ήξερα ότι δεν ήταν εντελώς ψέμα.
«Δεν ήξερα αν θα μπορούσατε απλώς να χαρείτε χωρίς να αγχωθείτε για όλους τους άλλους.»
Ο Τάσος σήκωσε επιτέλους το κεφάλι.
«Εγώ νόμιζα πως με ξέρεις καλύτερα», είπε.
Δεν φώναξε. Αυτό ήταν όλο. Ο Νίκος δάγκωσε το χείλος του και για λίγο κανείς δεν μιλούσε. Ο Άρης τότε είπε σιγά πως δεν ήταν απόφαση μόνο του Νίκου, πως και οι δύο φοβήθηκαν. Ένιωσα άσχημα που είχα βάλει όλο το βάρος πάνω στον γιο μου, λες και ο Άρης ήταν απλώς θεατής. Αλλά δεν ήμουν έτοιμη να το συζητήσω δίκαια εκείνη τη στιγμή.
Τις επόμενες μέρες, μας έστειλαν φωτογραφίες. Μια από τις βέρες, μια από ένα μικρό τραπέζι που έκαναν μετά με δύο φίλους τους. Δεν τις άνοιξα αμέσως. Η Μαρίνα μου τηλεφώνησε κλαίγοντας, όχι επειδή ήταν αντίθετη, αλλά επειδή ούτε εκείνη ήξερε. «Μήπως νόμιζε ότι θα του χαλούσα τη μέρα;» με ρώτησε. Δεν ήξερα τι να της πω.
Ο Τάσος δεν μιλούσε πολύ. Μόνο μια Κυριακή, καθώς έστρωνε το τραπέζι, είπε: «Του είχα κρατήσει και κάτι λεφτά στην άκρη. Για όταν παντρευόταν. Χαζός είμαι, ε;»
Δεν ήταν χαζός. Είχε βάλει λίγα-λίγα από τότε που ο Νίκος τελείωσε τη σχολή. Δεν είναι κανένα μεγάλο ποσό, ούτε έχουμε άνεση. Αλλά ήταν ο τρόπος του να πει ότι περίμενε εκείνη τη μέρα.
Δύο εβδομάδες μετά, ο Νίκος μας κάλεσε για φαγητό στη Θεσσαλονίκη. Πήγαμε. Πήρα ένα γλυκό από το εργαστήριο στη γωνία, επειδή δεν ήξερα τι άλλο να πάρω σε ένα σπίτι που ξαφνικά το έβλεπα σαν σπίτι παντρεμένου ζευγαριού. Παράξενο, ενώ ζούσαν μαζί τόσα χρόνια.
Ο Άρης είχε κάνει γεμιστά. Ο Τάσος του έδωσε έναν φάκελο χωρίς πολλά λόγια. Ο Νίκος είπε ότι δεν έπρεπε, ο πατέρας του είπε «άσ’ το τώρα». Μετά μιλήσαμε για τη δουλειά, για τα ενοίκια, για έναν γείτονα που τους παρκάρει μπροστά στην είσοδο. Λες και φοβόμασταν όλοι να αγγίξουμε το πραγματικό θέμα.
Πριν φύγουμε, ο Νίκος με αγκάλιασε στην πόρτα. Μου είπε: «Ξέρω ότι σας πλήγωσα». Δεν είπε συγγνώμη ακριβώς. Ίσως δεν μπορούσε ακόμη. Κι εγώ δεν του είπα ότι τον συγχωρώ, γιατί δεν ήξερα αν ήταν αυτό που ένιωθα.
Του φίλησα το μάγουλο και του είπα να μας στέλνει όταν γυρίσουν από το μικρό ταξιδάκι που είχαν κανονίσει στην Αίγινα.
Στο αυτοκίνητο, ο Τάσος έβαλε μπροστά και έμεινε για λίγο παρκαρισμένος. Μετά είπε μόνο: «Του πήγαινε η γραβάτα.»
Δεν απάντησα. Κοίταζα από το παράθυρο τα φώτα της πόλης και προσπαθούσα να συνηθίσω την ιδέα ότι ο γιος μου είχε μια καινούργια αρχή, στην οποία εμείς μπήκαμε από μια πλαϊνή πόρτα.