«Της έδωσες τα κλειδιά του σπιτιού της μάνας μου χωρίς να με ρωτήσεις;» — και τότε κατάλαβα πως δεν ήταν μόνο θέμα σπιτιού
«Της έδωσες τα κλειδιά του σπιτιού της μάνας μου χωρίς να με ρωτήσεις;» του είπα μόλις μπήκε στην κουζίνα.
Δεν το αρνήθηκε. Άφησε τη σακούλα από το σούπερ μάρκετ κάτω και είπε ήσυχα: «Δεν είχε πού να πάει με το παιδί. Ο ιδιοκτήτης τους έβγαλε, επειδή θα πουλούσε το σπίτι. Τι ήθελες να κάνω; Να την αφήσω στο αυτοκίνητο;»
Το σπίτι είναι ένα μικρό δυάρι στη Νέα Ιωνία, που μου άφησε η μητέρα μου πριν από ενάμιση χρόνο. Από τότε το κρατούσα κλειστό. Δεν είχα μπορέσει ούτε τα πράγματά της να ξεδιαλέξω σωστά. Ο άντρας μου έλεγε να το νοικιάσουμε, εγώ όλο το ανέβαλλα.
Τώρα όμως δεν ήταν απλώς «το σπίτι της μάνας μου». Είχα αρχίσει να ψάχνω για ενοικιαστή, γιατί η μεγάλη μας κόρη κάνει φροντιστήριο για Πανελλήνιες και οι δόσεις είχαν μαζευτεί. Είχα και δυο λογαριασμούς ρεύματος απλήρωτους, συν μια κάρτα που είχα χρησιμοποιήσει για τον οδοντίατρο του μικρού. Δεν του τα είχα πει όλα. Ντρεπόμουν και πίστευα πως θα τα συμμαζέψω μόνη μου.
«Δεν μου είπες ότι το χρειαζόσουν άμεσα», μου απάντησε.
«Και γι’ αυτό αποφάσισες μόνος σου;»
Η γυναίκα ήταν παλιά συνάδελφός του από μια εταιρεία κούριερ. Δεν την ήξερα σχεδόν καθόλου. Χωρισμένη, με ένα αγοράκι εννέα χρονών. Μου είπε πως είχε ζητήσει λίγες μέρες μέχρι να βρει κάτι και πως είχε κάνει αίτηση στο Κέντρο Κοινότητας του δήμου. Ο άντρας μου της είχε πει ότι μπορεί να μείνει «για δέκα μέρες».
Μόνο που εγώ έμαθα μετά ότι το ήξερε τρεις εβδομάδες. Τρεις εβδομάδες μιλούσε μαζί της, έψαχνε αγγελίες, της έλεγε να μην φοβάται, κι εμένα ούτε κουβέντα.
«Γιατί δεν μου το είπες;» τον ρώτησα.
«Γιατί ήξερα ότι θα έλεγες όχι.»
Αυτό με πείραξε πιο πολύ απ’ όλα. Όχι ότι ήθελε να βοηθήσει. Ότι είχε αποφασίσει εκ των προτέρων πως εγώ είμαι η σκληρή της υπόθεσης.
Πήγα στο σπίτι την επόμενη μέρα. Η γυναίκα είχε βάλει σε κούτες κάποια πράγματα της μητέρας μου για να καθαρίσει. Στην αρχή εκνευρίστηκα. Μετά είδα το παιδί της να κοιμάται στον καναπέ, με τη σχολική τσάντα στο πάτωμα, και κόλλησα.
Μου είπε: «Αν θέλετε να φύγω, θα φύγω. Απλώς δεν ξέρω πού θα πάω σήμερα. Δεν σας ζητάω να μου το χαρίσετε.»
Δεν ήξερα τι να της πω. Δεν έφταιγε εκείνη που ο άντρας μου πήρε τα κλειδιά από το συρτάρι. Αλλά ούτε εγώ έφταιγα που φοβόμουν να μείνουμε χωρίς το ενοικιο που υπολόγιζα.
Η αδερφή του μου είπε στο τηλέφωνο: «Αν ήταν το παιδί σου στον δρόμο, θα ήθελες κάποιος να ανοίξει μια πόρτα.» Η αδερφή μου, από την άλλη, είπε: «Καλά έκανε και τη λυπήθηκε, αλλά όχι με ξένο σπίτι και χωρίς κουβέντα.»
Και οι δυο είχαν κάπως δίκιο, πράγμα που με έκανε ακόμα πιο θυμωμένη.
Τελικά συμφωνησαμε να μείνουν μέχρι το τέλος του μήνα, με συγκεκριμένη ημερομηνία. Ο άντρας μου θα αναλάβει να τη βοηθήσει να βρει σπίτι και να πάει μαζί της στον δήμο για ό,τι δικαιούται. Του είπα καθαρά πως άλλη φορά δεν θα πάρει τέτοια απόφαση χωρίς εμένα. Εκείνος μου είπε καθαρά πως δεν θέλει να ζούμε σαν να μην βλέπουμε κανέναν γύρω μας.
Δεν ξέρω αν με κατάλαβε πραγματικά. Ούτε εγώ είμαι σίγουρη ότι τον κατάλαβα. Ανυσηχούσα για τα λεφτά και για το σπίτι, αλλά ίσως τον είχα αφήσει τόσο έξω από όσα κουβαλούσα, που του έδωσα χώρο να πιστεύει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα.
Εσείς τι θα κάνατε; Θα βάζατε πρώτα την ασφάλεια της δικής σας οικογένειας ή θα ανοίγατε το σπίτι σας σε κάποιον που το χρειάζεται εκείνη τη στιγμή;