«Δεν γίνεται να μου το λες τώρα, μαμά»: Όταν κατάλαβα πως είχα γίνει η μόνιμη λύση για όλους
«Δεν γίνεται να μου το λες τώρα, μαμά. Έχω ήδη πει στη δουλειά ότι θα καλύψεις τα παιδιά και ο άντρας μου δεν μπορεί να αλλάξει βάρδια».
Αυτό μου είπε η κόρη μου μέσα στην κουζίνα μου, ένα πρωί που είχα μόλις πει ότι από τον επόμενο μήνα δεν μπορώ να κρατάω τα εγγόνια πέντε μέρες τη βδομάδα.
Της απάντησα πιο απότομα απ’ όσο ήθελα. «Κι εγώ δεν μπορώ άλλο να ζω με το πρόγραμμα του κινητού σου. Από τις επτά το πρωί μέχρι να γυρίσετε το βράδυ, είμαι εδώ και περιμένω πότε θα χτυπήσει το κουδούνι».
Το μικρότερο παιδί έπαιζε στο σαλόνι και το μεγαλύτερο με άκουσε. Σταμάτησε και με κοίταξε. Εκεί ένιωσα αμέσως τύψεις.
Η κόρη μου δεν είναι κακή μάνα, ούτε με εκμεταλλεύτηκε όπως λένε εύκολα οι άλλοι. Δουλεύει σε φαρμακείο στην Καλαμαριά, με ωράρια που αλλάζουν συνέχεια, και ο άντρας της κάνει διανομές. Τα λεφτά τους ίσα που φτάνουν για το νοίκι, λογαριασμούς και τα παιδιά. Ο παιδικός σταθμός βγαίνει ακριβός και οι ώρες δεν τους καλύπτουν πάντα.
Αλλά ούτε εγώ είμαι η άμοιρη της υπόθεσης. Όταν γεννήθηκε το πρώτο εγγόνι, εγώ ήμουν αυτή που είπε: «Μη δίνετε λεφτά σε ξένους, θα το κρατάω εγώ». Το είπα γιατί ήθελα να νιώσω χρήσιμη. Είχα φύγει πρόσφατα από τη δουλειά μου σε ένα μίνι μάρκετ στον Εύοσμο και μου είχε πέσει βαριά που ξαφνικά δεν με χρειαζόταν κανείς.
Στην αρχή ήταν δύο πρωινά. Μετά έγιναν τρία. Μετά, όταν η κόρη μου άλλαξε θέση στο φαρμακείο, έγιναν πέντε. Κάθε φορά που δυσκολευόταν, έλεγα «εντάξει, αυτή τη φορά». Δεν της έλεγα ποτέ καθαρά ότι κουράζομαι. Χαμογελούσα, έφτιαχνα φαγητό, έτρεχα σε παιδίατρο, έκανα μπάνια, κοιμίσεις, όλα.
Και όταν μου έλεγαν συγγενείς «μπράβο, τι γιαγιά είσαι», το έπαιρνα σαν επιβράβευση. Μόνο που κανείς δεν έβλεπε ότι είχα αρχίσει να ακυρώνω δικά μου πράγματα. Δεν πήγαινα ούτε για καφέ με τη φίλη μου, ούτε στη φυσικοθεραπεία για τη μέση μου. Ακόμα και ένα ραντεβού στο Κέντρο Υγείας το ανέβαλα δύο φορές, γιατί η κόρη μου είχε βάρδια.
Ο άντρας μου μού το έλεγε καιρό. «Δεν είναι ότι βοηθάς. Έχεις αναλάβει κανονική δουλειά χωρίς ρεπό». Εγώ θύμωνα. Του έλεγα πως δεν καταλαβαίνει, πως αν δεν σταθούμε εμείς στα παιδιά μας, ποιος θα σταθεί.
Η αλήθεια είναι ότι φοβόμουν να πω όχι. Φοβόμουν μήπως η κόρη μου σκεφτεί ότι δεν την αγαπάω αρκετά. Και, ναι, μου άρεσε να με παίρνει τηλέφωνο και να λέει «τι θα έκανα χωρίς εσένα;». Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως άφησα αυτή τη φράση να αποφασίζει για μένα.
Το πρωί που μιλήσαμε, είχα προηγουμένως πάει για εξετάσεις επειδή είχα κάτι ζαλάδες και η πίεσή μου ανέβαινε. Ο γιατρός στο Κέντρο Υγείας μου είπε απλά να ξεκουράζομαι, να περπατάω, να μην είμαι όλη μέρα στην ένταση. Γέλασα σχεδόν. Πότε ακριβώς να ξεκουραστώ;
Δεν της το είχα πει όμως. Της είχα πει μόνο: «Από Σεπτέμβρη θέλω να κρατάω τα παιδιά τρεις μέρες, όχι πέντε». Και εκείνη το άκουσε σαν να της ανακοίνωσα ότι την εγκαταλείπω.
«Δηλαδή εγώ τι να κάνω; Να αφήσω τη δουλειά μου;» μου είπε, με τα μάτια βουρκωμένα.
Της είπα: «Δεν σου λέω να αφήσεις τη δουλειά σου. Σου λέω να βρούμε άλλη λύση για δύο μέρες».
«Με τι λεφτά; Εσύ το ξέρεις καλύτερα από όλους ότι δεν περισσεύουν».
Εκεί δεν είχα εύκολη απάντηση. Γιατί είχε δίκιο. Είχαμε όλοι συνηθίσει να βασιζόμαστε στο ότι εγώ είμαι η δωρεάν λύση. Και εγώ το είχα επιτρέψει, χωρίς να σκεφτώ ότι μια μέρα θα ζητούσα να αλλάξει αυτό.
Το απόγευμα με πήρε τηλέφωνο η αδελφή μου. Η κόρη μου της είχε μιλήσει. Μου είπε: «Μην το τραβάς, τα παιδιά είναι μικρά. Κάνε λίγο υπομονή». Της απάντησα ότι υπομονή κάνω δυόμισι χρόνια. Μετά το έκλεισα και έκλαψα, γιατί ένιωσα και εγωίστρια και παγιδευμένη μαζί.
Τελικά, μετά από τρεις μέρες που μιλούσαμε μόνο για τα απαραίτητα, ήρθε η κόρη μου χωρίς τα παιδιά. Μου είπε πιο ήρεμα: «Νόμιζα ότι ήσουν καλά. Αν μου το είχες πει νωρίτερα, ίσως να είχα ψάξει κάτι άλλο».
Της είπα πως κι εγώ νόμιζα ότι θα άντεχα. Συνενοηθήκαμε να κρατάω τα παιδιά Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή, και για τις άλλες δύο μέρες να βρουν μια κοπέλα για λίγες ώρες, με ό,τι μπορούν να δώσουν. Τους είπα ότι μπορώ να βοηθήσω καμιά φορά έκτακτα, αλλά όχι να θεωρείται δεδομένο.
Δεν λύθηκαν όλα μαγικά. Ακόμα, όταν με παίρνει και ακούω άγχος στη φωνή της, θέλω να πω αμέσως «φέρ’ τα σε μένα». Και ακόμα εκείνη κάποιες φορές μου πετάει ένα «παλιά δεν είχες θέμα». Έχει δίκιο ότι άργησα πολύ να μιλήσω. Αλλά κι εγώ δεν θέλω να είμαι μόνο η γιαγιά που είναι πάντα διαθέσιμη, απ’οτι κι αν χρειάζεται η ίδια.
Δεν ξέρω πού ακριβώς είναι η γραμμή. Πότε η βοήθεια στην οικογένεια είναι αγάπη και πότε αρχίζεις να χάνεις τον εαυτό σου; Εσείς, στη θέση μου, θα συνεχίζατε όπως πριν ή θα βάζατε όριο, ακόμα κι αν δυσκόλευε το παιδί σας;