«Δεν είσαι η κόρη της, είσαι η γυναίκα μου» του είπα όταν μου ζήτησε να συνεχίσω μόνη μου τη φροντίδα της μητέρας του
«Δηλαδή από Δευτέρα θα την αφήσεις μόνη της;» μου είπε ο άντρας μου μέσα στην κουζίνα, με το μπουφάν ακόμα πάνω του.
Του είπα ότι δεν θα την αφήσω μόνη της. Του είπα ότι απλώς δεν μπορώ άλλο να πηγαίνω κάθε μέρα μετά τη δουλειά, να ψωνίζω, να μαγειρεύω, να πλένω, να της δίνω τα χάπια και μετά να γυρίζω σπίτι για να κάνω τα δικά μας.
«Η μάνα μου δεν είναι ξένη», είπε.
«Ούτε εγώ είμαι η κόρη της», του απάντησα. «Είμαι η γυναίκα σου. Και έχω φτάσει να μην ξέρω ούτε πότε κάθισα τελευταία φορά δέκα λεπτά χωρίς να περιμένει κάποιος κάτι από μένα.»
Η πεθερά μου μένει μόνη της στον Εύοσμο, από τότε που πέθανε ο πεθερός μου πριν τρία χρόνια. Πέρσι έπεσε στο μπάνιο και μετά το χειρουργείο στο ισχίο δεν ξαναστάθηκε όπως πριν. Δεν είναι κατάκοιτη, αλλά φοβάται να μείνει μόνη, ειδικά τα βράδια.
Στην αρχή πήγαινα εγώ γιατί δούλευα πρωινή βάρδια σε φούρνο στην Τούμπα. Ο άντρας μου κάνει διανομές και γυρίζει συνήθως αργά. Η αδερφή του μένει στην Κατερίνη, έχει δύο παιδιά και λέει ότι δεν μπορεί να ανεβοκατεβαίνει. Κι έτσι, χωρίς να το συζητήσουμε ποτέ κανονικά, έγινε δική μου δουλειά.
Στις αρχές πήγαινα τρεις φορές τη βδομάδα. Μετά άρχισε να με παίρνει για το σούπερ μάρκετ, για τους λογαριασμούς, για το Κέντρο Υγείας όταν ανέβαζε πίεση. Κατέληξα να έχω δεύτερο κλειδί, να ξέρω ποιο χάπι παίρνει τι ώρα και να αφήνω έτοιμα φαγητά σε τάπερ για δύο μέρες.
Δεν λέω ότι η πεθερά μου είναι κακή. Πολλές φορές μου λέει «κορίτσι μου, σε ταλαιπωρώ». Μετά όμως, αν καθυστερήσω μισή ώρα, παίρνει τον άντρα μου και του λέει ότι δεν απαντάω και ανησυχεί. Κι εκείνος με παίρνει αμέσως: «Πού είσαι; Η μάνα μου σε ψάχνει».
Το χειρότερο είναι ότι εγώ το άφησα να γίνει έτσι. Δεν έλεγα όχι. Ντρεπόμουν. Σκεφτόμουν τι θα πει η γειτονιά, τι θα πουν οι συγγενείς, ότι μια γυναίκα που φροντίζει την πεθερά της θεωρείται σωστή. Κι ας έβλεπα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και δεν αναγνώριζα ούτε το πρόσωπό μου από την κούραση.
Τον τελευταίο μήνα είχα αρχίσει να κάνω λάθη στη δουλειά. Μια μέρα έδωσα καταλάθος λάθος παραγγελία και η υπεύθυνη μου είπε να προσέχω γιατί «δεν γίνεται να είσαι αλλού με το μυαλό σου». Δεν της είπα τίποτα. Γύρισα σπίτι και έκλαψα στο μπάνιο για να μη με ακούσει η κόρη μας, που δίνει Πανελλήνιες και ήδη έχει αρκετό άγχος.
Εκείνη τη μέρα που τσακωθήκαμε, του είπα ότι θέλω πρόγραμμα. Να πηγαίνει κι εκείνος δύο απογεύματα, να έρχεται η αδερφή του ένα Σαββατοκύριακο τον μήνα και να ρωτήσουμε στον Δήμο για το «Βοήθεια στο Σπίτι».
«Και μέχρι να βγει άκρη με τον Δήμο;» είπε. «Η μάνα μου τι θα κάνει;»
«Ό,τι κάνουμε όλοι όταν δεν μπορούμε μόνοι μας. Θα μοιραστούμε την ευθύνη.»
Τότε μου πέταξε κάτι που με πείραξε πολύ: «Εσύ δεν ξεχνάς ότι όταν η δική σου μάνα έκανε τη θεραπεία της, η μάνα μου κρατούσε την κόρη μας κάθε απόγευμα;»
Είχε δίκιο. Η πεθερά μου τότε μας είχε βοηθήσει πολύ, χωρίς πολλά λόγια. Και εγώ την είχα ανάγκη. Αυτό δεν το είχα ξεχάσει. Απλώς μέσα μου είχα αρχίσει να νιώθω ότι πρέπει να ξεπληρώνω για πάντα εκείνη τη βοήθεια.
Του είπα όμως και κάτι που δεν ήξερε. Εδώ και έξι μήνες είχα καλύψει από τις οικονομίες μου τους λογαριασμούς της πεθεράς μου δυο φορές, γιατί δεν έβγαινε η σύνταξή της με τα φάρμακα και το πετρέλαιο. Δεν το είπα για να τον εκθέσω. Το έκανα για να μην αγχώνεται και για να μη γίνει κουβέντα με την αδερφή του. Αλλά τελικά εγώ χρωστούσα στην κάρτα και φοβόμουν να ανοίξω καν την εφαρμογή της τράπεζας.
Έμεινε σιωπηλός. Μετά είπε χαμηλά: «Νόμιζα ότι τα είχες υπό έλεγχο.»
«Αυτό είναι το πρόβλημα», του είπα. «Όλοι νομίζατε ότι τα έχω υπό έλεγχο, επειδή δεν μιλούσα.»
Δυστηχώς, ούτε εκείνος μιλούσε. Μου είπε ότι απέφευγε να πηγαίνει στη μητέρα του γιατί δεν άντεχε να τη βλέπει να έχει αλλάξει τόσο. Πήγαινε, έλεγε, και ένιωθε ότι ξαναζούσε τον θάνατο του πατέρα του. Δεν το δικαιολογώ, αλλά εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν ήταν απλώς αδιαφορία.
Την επόμενη μέρα πήγαμε μαζί στο Κέντρο Κοινότητας του Δήμου. Κάναμε αίτηση για βοήθεια στο σπίτι και μιλήσαμε με την αδερφή του σε βιντεοκλήση. Δεν χάρηκε, ούτε εγώ χάρηκα με όσα ακούστηκαν. Είπε ότι την πιέζουμε και πως δεν έχει λεφτά για εισιτήρια κάθε μήνα. Ο άντρας μου της είπε ότι ούτε εμείς έχουμε.
Τελικά δεν λύθηκαν όλα μαγικά. Η πεθερά μου ακόμα με παίρνει συχνά. Εγώ ακόμα νιώθω ενοχές όταν δεν απαντάω αμέσως. Αλλά τώρα ο άντρας μου πηγαίνει Τρίτη και Πέμπτη, η αδερφή του στέλνει χρήματα για τα φάρμακα και εγώ πάω τις άλλες μέρες, όχι όλες.
Δεν ξέρω αν έπρεπε να φτάσω να ξεσπάσω για να με ακούσουν. Ίσως έφταιξα κι εγώ που τόσον καιρό έκανα πως μπορώ τα πάντα. Αλλά αναρωτιέμαι: πρέπει στ’ αλήθεια να φτάνουμε στα όριά μας για να μας δείξουν οι δικοί μας τον βασικό σεβασμό; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;