«Μη με κάνεις ρεζίλι στην πολυκατοικία» μου είπε ο άντρας μου, όταν του είπα ότι φοβάμαι να γυρίσω σπίτι
«Μη με κάνεις ρεζίλι στην πολυκατοικία», μου είπε ο άντρας μου, ενώ στεκόταν μπροστά στην εξώπορτα και δεν με άφηνε να βγω.
Δεν φώναζε εκείνη τη στιγμή. Αυτό ήταν που με τρόμαξε περισσότερο. Μιλούσε χαμηλά, με εκείνον τον τρόπο που μιλάει κάποιος όταν έχει ήδη αποφασίσει ότι εσύ φταις.
«Θέλω να πάω στη μητέρα μου για το βράδυ», του είπα.
«Γιατί; Επειδή τσακωθήκαμε; Όλα τα ζευγάρια τσακώνονται. Θα βγεις έξω, θα πάρουν χαμπάρι οι απέναντι και μετά θα λένε ότι σε δέρνω.»
Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Γιατί, την αλήθεια, δεν με είχε δείρει. Μου είχε αρπάξει το χέρι τόσο δυνατά που για δύο μέρες είχα σημάδια. Είχε πετάξει το κινητό μου στον τοίχο. Είχε σπάσει ένα πιάτο δίπλα μου. Και εκείνο το βράδυ είχε κλειδώσει την πόρτα και είχε βάλει το κλειδί στην τσέπη του.
Αλλά μέσα μου έλεγα ακόμη: «Δεν είναι σαν αυτές τις ιστορίες. Δεν έγινε και κάτι τόσο σοβαρό».
Είμαστε παντρεμένοι έντεκα χρόνια και έχουμε έναν γιο στο Γυμνάσιο. Μέναμε σε νοίκι στο Περιστέρι, σε ένα δυάρι που το πήραμε όταν ακόμα δουλεύαμε και οι δύο κανονικά. Μετά ήρθαν οι περικοπές στη δουλειά του, μετά άλλαξε δύο φορές συνεργείο, μετά έμεινε μήνες χωρίς ένσημα. Εγώ δουλεύω σε φούρνο από τα χαράματα και ό,τι βγάζω πάει σε νοίκι, λογαριασμούς, σούπερ μάρκετ και φροντιστήριο.
Δεν λέω ότι δεν είχε λόγους να είναι πιεσμένος. Είχε. Κι εγώ όμως είχα αρχίσει να κρύβω χρήματα από το σπίτι. Όχι για να τον κοροϊδέψω. Έβαζα είκοσι ευρώ εδώ, δέκα εκεί, σε έναν φάκελο μέσα σε μια παλιά πετσέτα. Φοβόμουν ότι θα έρθει η μέρα που θα χρειαστώ ταξί, ένα δωμάτιο ή απλώς να πάρω το παιδί και να φύγω.
Το ανακάλυψε όταν έψαχνε για κάτι χαρτιά του αυτοκινήτου.
«Δηλαδή με θεωρείς τέρας;» μου είπε τότε.
«Σε θεωρώ άνθρωπο που δεν είναι καλά τελευταία», του απάντησα. Και αυτή ήταν η δική μου κακή στιγμή. Το είπα σαν να τον έκανα διάγνωση, σαν να ήμουν πάνω από εκείνον. Αντί να πω καθαρά ότι φοβάμαι, τον έκανα να νιώσει μικρός.
Εκείνος άδειασε τον φάκελο στο τραπέζι. Ήταν 380 ευρώ. «Αυτά τα κρατούσες για να με παρατήσεις;»
Δεν απάντησα. Γιατί ναι, ένα κομμάτι μου τα κρατούσε γι’ αυτό.
Τη νύχτα με την εξώπορτα, ο γιος μας ήταν στο δωμάτιό του. Είχε ακουστικά, αλλά όταν αργότερα πήγα να τον δω, δεν κοιμόταν.
«Μαμά, πάλι τσακώνεστε;» ψιθύρισε.
Του είπα το χειρότερο πράγμα που λένε οι γονείς όταν δεν ξέρουν τι να κάνουν: «Μην ανησυχείς, είναι μεταξύ μας».
Με κοίταξε και είπε: «Εγώ ανησυχώ όμως».
Εκεί κάτι άλλαξε. Όχι επειδή έγινα ξαφνικά γενναία. Απλώς κατάλαβα ότι τόσους μήνες είχα κάνει το παιδί μου να ζει με το αυτί τεντωμένο πίσω από μια κλειστή πόρτα. Και το έλεγα “για να κρατήσω την οικογένεια”.
Το επόμενο πρωί, όσο εκείνος κοιμόταν, πήρα τη μητέρα μου. Δεν της είχα πει σχεδόν τίποτα. Μόνο ότι έχουμε νεύρα και οικονομικά. Της είπα: «Μπορώ να έρθω για λίγο;»
Μου απάντησε αμέσως: «Έλα. Αλλά τι έγινε;»
Της είπα ότι δεν θέλω ερωτήσεις ακόμα. Και μου είπε κάτι που δεν περίμενα: «Καλά κάνεις. Η πόρτα είναι ανοιχτή.»
Πήρα δύο σακούλες, λίγα ρούχα για μένα και για τον γιο μας, τα βιβλία του σχολείου του και τα χαρτιά μας. Δεν πήρα ούτε φωτογραφίες ούτε πράγματα αξίας. Ένιωθα σαν να έφευγα για τρεις μέρες, όχι σαν να έπαιρνα μια αποφαση που μπορεί να άλλαζε τα πάντα.
Όταν ξύπνησε και είδε ότι λείπαμε, με πήρε δεκατέσσερις φορές. Μετά έστειλε: «Γύρνα σπίτι. Θα αλλάξω. Μην το πεις πουθενά, θα μας σχολιάζουν όλοι.»
Αυτό με πόνεσε πολύ, γιατί κι εγώ αυτό σκεφτόμουν. Τι θα πει η πεθερά μου, που πάντα έλεγε «κάνε υπομονή, οι άντρες όταν πιέζονται λένε πράγματα». Τι θα πουν οι γείτονες. Τι θα πει ο κόσμος στο φούρνο, αν με δει να πηγαίνω στη δουλειά από τη μητέρα μου με τα ίδια δύο ρούχα.
Μίλησα με τη γραμμή 15900 και μετά με μια κοινωνική λειτουργό στον δήμο. Δεν μου είπε «πάρε διαζύγιο» ούτε μου είπε ότι όλα λύνονται εύκολα. Μου είπε να μην μείνω μόνη με τον φόβο μου, να κρατήσω σημειώσεις για περιστατικά, να έχω τα έγγραφα έτοιμα και να σκεφτώ πρώτα την ασφάλεια τη δική μου και του παιδιού.
Ο άντρας μου ζήτησε να μας δει σε ουδέτερο μέρος. Πήγαμε σε ένα καφέ κοντά στο σπίτι της μητέρας μου. Έκλαιγε. Είπε ότι ντρέπεται, ότι δεν αναγνώριζε τον εαυτό του, ότι θα πάει σε ειδικό. Δεν τον είδα σαν τέρας. Τον είδα κουρασμένο, θυμωμένο και πολύ μόνο. Αλλά αυτό δεν έκανε ασφαλές το σπίτι μας.
Του είπα: «Δεν ξέρω αν θα χωρίσουμε. Ξέρω μόνο ότι τώρα δεν μπορώ να γυρίσω σαν να μην έγινε τίποτα.»
Τρεις εβδομάδες μετά, μένω ακόμα στη μητέρα μου. Ο γιος μας μιλάει με τον πατέρα του, αλλά όχι μόνος του όταν έχουν ένταση. Εκείνος έχει ξεκινήσει συνεδρίες σε Κέντρο Ψυχικής Υγείας. Εγώ επίσης έκλεισα ραντεβού, γιατί καταλαβένω ότι δεν αρκεί να φύγεις από ένα σπίτι· πρέπει να σταματήσεις να λες στον εαυτό σου πως όλα είναι φυσιολογικά.
Δεν ξέρω αν η αντοχή μου ήταν αγάπη, φόβος ή συνήθεια. Ξέρω μόνο ότι για χρόνια νόμιζα πως μια γυναίκα πρέπει να κρατάει το σπίτι όρθιο, ακόμα κι όταν τρέμει μέσα του.
Εσείς πού πιστεύετε ότι τελειώνει η υπομονή και αρχίζει η ζημιά, ειδικά όταν υπάρχει παιδί στη μέση;