«Μη πεις στο τραπέζι ότι δουλεύεις στο σούπερ μάρκετ» — εκεί κατάλαβα πόσο μόνη ένιωθα μέσα στην ίδια μου την οικογένεια

«Μη διανοηθείς να πεις στο τραπέζι ότι δουλεύεις στο σούπερ μάρκετ», μου είπε η μητέρα μου στην κουζίνα, ενώ έκοβε τη σαλάτα. «Θα είναι και η θεία σου, θα αρχίσει τις ερωτήσεις. Πες ότι κάνεις ακόμα τα λογιστικά από το σπίτι.»

Την κοίταξα και για λίγα δευτερόλεπτα δεν έβγαινε λέξη. Ήταν Κυριακή, είχαμε μαζευτεί στο πατρικό για τα γενέθλια του πατέρα μου. Ο πατέρας μου τελευταία δεν είναι καλά με την καρδιά του και κουράζεται εύκολα, οπότε η μητέρα μου επέμενε να φάμε όλοι μαζί «να χαρεί λίγο». Ήταν εκεί η αδερφή μου με τον άντρα της, ο αδερφός μου, τα παιδιά, δυο θείοι.

«Γιατί να πω ψέματα;» τη ρώτησα.

«Δεν είναι ψέμα. Απλώς δεν χρειάζεται να τα λέμε όλα. Έχεις πτυχίο, δούλευες τόσα χρόνια σε γραφείο. Τι θα καταλάβουν;»

Εκεί θύμωσα πιο πολύ με το “τι θα καταλάβουν”. Σαν να μην είχε σημασία αν καταλάβαινα εγώ.

Πριν οχτώ μήνες έκλεισε το μικρό λογιστικό γραφείο όπου δούλευα. Ο ιδιοκτήτης μάς χρωστούσε δυο μισθούς και μας είπε, σχεδόν κλαίγοντας, ότι δεν βγαίνει. Έψαξα πολύ. Έστελνα βιογραφικά, πήγαινα σε συνεντεύξεις, μου έλεγαν «θα σας πάρουμε» και δεν έπαιρνε κανείς. Όταν βρήκα θέση στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, στο ταμείο και στα ράφια, την δέχτηκα.

Δεν είναι ντροπή η δουλειά. Το ξέρω λογικά. Αλλά όταν το είπα πρώτη φορά στη μητέρα μου, μου απάντησε: «Προσωρινά είναι, ε; Μη βολευτείς εκεί.» Έτσι άρχισα να της λέω μισές αλήθειες. Ότι κάνω κάτι “εξ αποστάσεως”, ότι έχω πελάτες. Και όταν με ρωτούσε αν χρειάζομαι χρήματα, έλεγα όχι, ενώ είχα ήδη αφήσει πίσω δύο δόσεις από την κάρτα και δανειζόμουν από την αδερφή μου χωρίς να το ξέρει κανείς.

Άρα δεν ήταν μόνο εκείνη που έκρυβε πράγματα. Τα έκρυβα κι εγώ.

Στο τραπέζι η θεία μου με ρώτησε, όπως ακριβώς είχε προβλέψει η μητέρα μου: «Εσύ κορίτσι μου, ακόμα στα λογιστικά;»

Η μητέρα μου πετάχτηκε: «Κάνει διάφορα τώρα, από το σπίτι κυρίως.»

Και τότε είπα: «Όχι. Δουλεύω στο σούπερ μάρκετ, βάρδια έξι μέρες τη βδομάδα. Και είμαι ευγνώμων που έχω δουλειά, αλλά κουράστηκα να κάνουμε πως είναι κάτι που πρέπει να κρύβω.»

Έπεσε εκείνη η σιωπή που ακούς μέχρι και τα πιρούνια. Η αδερφή μου με κοίταξε σαν να ήθελε να με σταματήσει. Ο πατέρας μου χαμήλωσε το κεφάλι.

Η μητέρα μου κοκκίνισε. «Δεν είπα ότι ντρέπομαι για σένα», είπε χαμηλά.

«Έτσι με κάνεις να νιώθω όμως. Σαν να πρέπει πάντα να δείχνω κάτι καλύτερο για να είσαι περιφανη.»

Δεν έπρεπε να το πω έτσι μπροστά σε όλους. Το ξέρω. Είχα μαζέψει τόσα μέσα μου, που διάλεξα τη χειρότερη στιγμή. Και η μητέρα μου δεν είναι άνθρωπος που ανοίγεται μπροστά σε συγγενείς. Σηκώθηκε, πήγε στο μπαλκόνι και εγώ έμεινα να νιώθω και ανακούφιση και τύψεις μαζί.

Αργότερα, όταν έφυγαν οι περισσότεροι, πήγα δίπλα της. Μου είπε: «Δεν φοβάμαι τη δουλειά σου. Φοβάμαι μην σε πατήσουν. Εγώ στα δεκαεπτά πήγα σε εργοστάσιο και άκουγα μια ζωή “η μικρή του εργοστασίου”. Δεν ήθελα να ακούσεις κι εσύ κουβέντες.»

Της είπα πως οι κουβέντες των άλλων με πειράζουν λιγότερο από το να νιώθω ότι κι εκείνη θέλει να με παρουσιάσει αλλιώς. Τότε μου αποκάλυψε ότι ήξερε πως δυσκολεύομαι οικονομικά. Είχε δει την ειδοποίηση της κάρτας μου όταν είχα αφήσει το κινητό στο σπίτι της. Δεν μου μίλησε γιατί νόμιζε ότι θα θιχτώ.

«Θιγόμουν ήδη», της είπα. «Απλώς μόνη μου.»

Δεν λύθηκαν όλα εκείνο το βράδυ. Την επόμενη μέρα πάλι μου έστειλε αγγελία για θέση γραφείου, λες και αυτό ήταν η απάντηση σε όλα. Αλλά μου έστειλε και μήνυμα: «Αν θες, έλα αύριο να δούμε μαζί τους λογαριασμούς σου. Χωρίς ντροπές.»

Δεν ξέρω αν με βλέπει πραγματικά όπως είμαι ή αν απλώς προσπαθεί με τον δικό της αδέξιο τρόπο. Κι εγώ δεν ξέρω γιατί περίμενα τόσα χρόνια να καταλάβει χωρίς να της λέω καθαρά τι με πληγώνει.

Μπορεί μια στιγμή ειλικρίνειας να μικρύνει την απόσταση που έχει χτιστεί μια ολόκληρη ζωή ή απλώς ανοίγει άλλη μια δύσκολη κουβέντα; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;