«Μη βγάζεις την κάμερα, σε παρακαλώ» μου είπε ο άντρας μου — και τότε κατάλαβα ότι η πεθερά μου έβλεπε μέσα στο σπίτι μας

«Τι είναι αυτό;» φώναξα μόλις μπήκα στο σαλόνι και είδα τη μικρή μαύρη κάμερα πάνω στη βιβλιοθήκη, στραμμένη προς τον καναπέ και την τραπεζαρία.

Ο άντρας μου ήταν στην κουζίνα. Δεν γύρισε καν αμέσως. Μου είπε μόνο: «Μη φωνάζεις, θα στο εξηγούσα».

«Ποιος μας βλέπει;» τον ρώτησα. «Ποιος έχει πρόσβαση σ’ αυτό;»

Μετά από λίγα δευτερόλεπτα μου είπε την αλήθεια. Η μητέρα του είχε την εφαρμογή στο κινητό της. Όχι για να μας παρακολουθεί, όπως είπε. «Για ασφάλεια είναι. Αν γίνει κάτι στα παιδιά, αν μπει κάποιος…»

Ένιωσα να μου κόβονται τα πόδια. Τα παιδιά κάνουν τα μαθήματά τους εκεί, εγώ κάθομαι με τις φόρμες μου, μιλάω στο τηλέφωνο με την αδερφή μου, τσακώνομαι καμιά φορά με τον άντρα μου. Και η πεθερά μου μπορούσε να ανοίξει μια εφαρμογή και να βλέπει ό,τι γίνεται;

Του είπα: «Θα τη βγάλεις τώρα».

Και τότε μου είπε, χαμηλά: «Μη τη βγάζεις έτσι. Η μάνα μου είναι μόνη της. Από τότε που έφυγε ο πατέρας μου, φοβάται τα πάντα. Μου λέει ότι έτσι νιώθει πως είναι κοντά μας».

Δεν είπα ότι δεν στενοχωριέμαι για εκείνη. Τη βλέπω. Μένει μόνη της στο παλιό της διαμέρισμα στην Καλλιθέα, δεν οδηγεί πια, δυσκολεύεται με τις σκάλες στο μετρό και σχεδόν κάθε απόγευμα περιμένει ένα τηλέφωνο. Αλλά άλλο να τηλεφωνεί, κι άλλο να υπάρχει ένα μάτι μέσα στο σπίτι μου.

Το χειρότερο ήταν ότι η κάμερα δεν είχε μπει εκείνη τη μέρα. Ήταν εκεί σχεδόν τρεις εβδομάδες. Ο άντρας μου την είχε αγοράσει από ένα κατάστημα ηλεκτρικών στο Μαρούσι και την έβαλε ένα Σάββατο που είχα πάει τα παιδιά στη μητέρα μου.

«Τρεις εβδομάδες;» του είπα. «Και δεν σκέφτηκες να μου το πεις;»

«Σκέφτηκα ότι θα αντιδρούσες ακριβώς έτσι.»

Εκεί θύμωσα ακόμα περισσότερο, γιατί είχε δίκιο. Αλλά αυτό δεν τον δικαιολογούσε. Του είπα πως δεν ήταν “αντίδραση”, ήταν δικαίωμά μου να ξέρω αν καταγράφεται το σπίτι μου. Μου απάντησε ότι δεν έγραφε, μόνο έδειχνε ζωντανά εικόνα. Λες και αυτό το έκανε καλύτερο.

Το βράδυ πήρα την πεθερά μου. Δεν ήθελα να την προσβάλω, αλλά δεν μπορούσα να το κρατήσω μέσα μου.

«Ξέρατε ότι υπήρχε κάμερα στο σαλόνι μας;» τη ρώτησα.

Σώπασε λίγο. Μετά είπε: «Ο γιος μου μού έδωσε τον κωδικό. Μόνο όταν ανησυχώ κοιτάω. Δεν κάθομαι όλη μέρα, παιδί μου».

Της είπα πως δεν είχε σημασία πόση ώρα κοίταζε. Ότι έπρεπε να το ξέρω. Και τότε η φωνή της άλλαξε.

«Τη μέρα που έπεσε η μικρή από το ποδήλατο, ήμουν συνδεδεμένη. Σε είδα να τρέχεις, άκουσα που φώναξες. Μετά δεν απαντούσατε στα τηλέφωνα και νόμιζα πως είχε γίνει κάτι σοβαρό. Έτρεμα μόνη μου.»

Δεν ήξερα καν ότι μας είχε δει εκείνη τη στιγμή. Η κόρη μας είχε χτυπήσει ελαφρά στο γόνατο, αλλά εγώ είχα πανικοβληθεί και είχαμε φύγει κατευθείαν για το Κέντρο Υγείας. Τα κινητά ήταν στο αθόρυβο. Όταν γυρίσαμε, είχα βρει επτά αναπάντητες της και είχα σκεφτεί, άδικα ίσως, “πάλι ανακατεύεται”. Δεν την πήρα ποτέ πίσω εκείνο το βράδυ.

Της είπα: «Καταλαβαίνω ότι φοβηθήκατε. Αλλά δεν μπορείτε να μας βλέπετε χωρίς να το ξέρουμε.»

Μου απάντησε: «Κι εγώ καταλαβαίνω. Απλώς από τότε που έμεινα μόνη, μερικές φορές θέλω να βλέπω ότι είστε καλά. Δεν έχω άλλο τρόπο.»

Εκεί δεν μπόρεσα να της πω πως είναι απλώς αδιάκριτη. Δεν είναι. Είναι και μόνη, και φοβισμένη. Αλλά κι εγώ δεν μπορώ να ζω μέσα στο ίδιο μου το σπίτι σαν να πρέπει να προσέχω τι λέω και πώς κάθομαι.

Τελικά η κάμερα βγήκε από το σαλόνι. Ο άντρας μου στην αρχή νευρίασε, είπε ότι τον βάζω στη μέση. Του είπα ότι μόνος του μπήκε στη μέση, επειδή αποφάσισε καταλάθος για όλους μας. Συμφωνήσαμε να βάλουμε ένα κουμπί έκτακτης ανάγκης στο σπίτι της και να την παίρνουμε πιο σταθερά τηλέφωνο, όχι όποτε θυμόμαστε. Εγώ ανέλαβα δύο απογεύματα τη βδομάδα να της στέλνω βιντεοκλήση με τα παιδιά.

Δεν ξέρω αν αυτό αρκεί. Ακόμα νιώθω άβολα όταν μπαίνω στο σαλόνι, παρότι η κάμερα δεν υπάρχει. Και νιώθω ενοχές που ένα κομμάτι μου σκέφτεται πρώτα την ησυχία μου, αντί για τη μοναξιά της.

Εσείς τι θα κάνατε; Σε ποιο σημείο η φροντίδα για έναν άνθρωπο που είναι μόνος γίνεται εισβολή στην ιδιωτική ζωή των άλλων;