Έφερα τη μητέρα μου να μείνει μαζί μου μετά την πτώση της — και τώρα φοβάμαι ότι διαλύω το σπίτι μου αν ζητήσω βοήθεια
Δεν κατάλαβα πότε ακριβώς έπαψε το σπίτι μου να είναι σπίτι και έγινε ένα μέρος όπου όλοι περπατούσαμε λίγο στις μύτες.
Στην αρχή ήταν μόνο το βραδινό ξύπνημα της μητέρας μου. Άνοιγε την πόρτα του δωματίου της, άναβε το φως στον διάδρομο και με φώναζε χαμηλόφωνα, λες και ήμασταν σε ξένο σπίτι.
«Στέλιο, πού είναι ο πατέρας σου; Άργησε πολύ σήμερα.»
Ο πατέρας μου έχει πεθάνει δεκατέσσερα χρόνια. Τις πρώτες φορές της το έλεγα. Μετά είδα ότι κάθε φορά που το άκουγε ήταν σαν να το μάθαινε από την αρχή. Έκλαιγε, ζητούσε συγγνώμη, κι εγώ στεκόμουν εκεί μέσα στη νύχτα, με τις παντόφλες, και ένιωθα σαν να της έκανα κακό χωρίς λόγο.
Έτσι άρχισα να λέω απλώς ότι θα αργήσει λίγο και να την πηγαίνω πίσω στο κρεβάτι.
Η μητέρα μου είναι εβδομήντα οκτώ. Μέχρι πριν από ενάμιση χρόνο έμενε μόνη της στο Παγκράτι, στο σπίτι όπου μεγάλωσα. Μετά από μια πτώση στην κουζίνα, ευτυχώς χωρίς κάταγμα, ο γιατρός μάς είπε να μην είναι μόνη. Είχε ήδη αρχίσει να ξεχνάει πράγματα. Έπαιρνε δύο φορές τα χάπια της, άφηνε το μάτι της κουζίνας αναμμένο, κατέβαινε στο περίπτερο και γύριζε από άλλον δρόμο, χωρίς να θυμάται πού είχε πάει.
Η αδελφή μου, η Μαρίνα, μένει στη Θεσσαλονίκη. Έχει δύο παιδιά, δουλεύει σε φαρμακείο με βάρδιες και δεν μπορούσε να την πάρει. Δεν την κατηγορώ. Ούτε εκείνη με ανάγκασε. Εγώ είπα να έρθει σε μένα.
Είμαι πενήντα δύο, χωρισμένος εδώ και έξι χρόνια, οδηγώ ταξί. Η κόρη μου, η Νεφέλη, είναι δεκαεπτά και μένει μαζί μου τις περισσότερες μέρες. Η μητέρα της δουλεύει συχνά εκτός Αθηνών και η Νεφέλη προτιμούσε το δικό μου σπίτι γιατί είναι κοντά στο φροντιστήριο της. Μέχρι τότε τα βρίσκαμε καλά. Δεν ήμασταν η οικογένεια που κάθεται αγκαλιά στον καναπέ, αλλά τρώγαμε μαζί, λέγαμε τα δικά μας, υπήρχε μια ησυχία.
Άδειασα το μικρό δωμάτιο που είχα για αποθήκη. Πούλησα κάτι παλιά εργαλεία του πατέρα μου, έφερα κρεβάτι με προστατευτικό, πήρα καρέκλα μπάνιου και έβαλα αντιολισθητικά παντού. Όταν ήρθε η μητέρα μου με δύο σακούλες ρούχα και μια φωτογραφία του γάμου της, μου είπε: «Δεν θα σας γίνω βάρος, παιδί μου.»
Της είπα να μη λέει χαζά.
Το πίστευα τότε.
Τους πρώτους μήνες ήταν δύσκολο αλλά διαχειρίσιμο. Της άφηνα φαγητό πριν βγω νυχτερινή βάρδια. Η Νεφέλη τής έφτιαχνε καφέ, της έβαζε καμιά σειρά στην τηλεόραση. Η μάνα μου καμιά φορά ξεχνούσε ποια είναι η Νεφέλη και τη ρωτούσε αν είναι από τη γειτονιά, αλλά μετά γελούσαν.
Μετά άλλαξε κάτι. Δεν ξέρω αν προχώρησε η άνοια ή αν απλώς εμείς κουραστήκαμε.
Άρχισε να εκνευρίζεται όταν η Νεφέλη έκλεινε την πόρτα του δωματίου της για να διαβάσει. Έλεγε ότι η μικρή την αποφεύγει. Της έκρυβε τα τετράδια επειδή πίστευε ότι είναι λογαριασμοί που πρέπει να πληρωθούν. Μια μέρα, ενώ η Νεφέλη ήταν στο μπάνιο, η μητέρα μου πέταξε στα σκουπίδια ένα χαρτί από το φροντιστήριο, γιατί νόμιζε ότι ήταν διαφήμιση.
Η Νεφέλη δεν φώναζε. Αυτό ήταν το χειρότερο. Έβγαινε από το δωμάτιό της με το πρόσωπο κλειστό, έπαιρνε τα πράγματά της και πήγαινε στη φίλη της να διαβάσει.
Μια Κυριακή, καθώς τρώγαμε μακαρόνια, η μητέρα μου κοίταξε τη Νεφέλη και της είπε: «Εσύ γιατί κάθεσαι εδώ; Ο Στέλιος έχει οικογένεια.»
Έπεσε το πιρούνι της κόρης μου στο πιάτο. Δεν είπε τίποτα. Εγώ είπα απότομα: «Μαμά, είναι η εγγονή σου.»
Εκείνη με κοίταξε σαν να ήμουν ξένος. Μετά άρχισε να κλαίει και να λέει ότι όλοι της μιλάνε άσχημα.
Το βράδυ η Νεφέλη μου είπε: «Μπαμπά, ξέρω ότι δεν το κάνει επίτηδες. Αλλά δεν αντέχω άλλο να νιώθω επισκέπτρια στο σπίτι σου.»
Της είπα πως θα βρούμε λύση. Το λέω συχνά αυτό όταν δεν έχω λύση.
Η Μαρίνα έρχεται μία φορά τον μήνα, φέρνει ψώνια, κάθεται δύο ώρες και μετά φεύγει με ένα ύφος κουρασμένο, λες και την έβγαλε κι εκείνη τη βάρδια της. Μου προτείνει να βάλουμε μια κυρία για λίγες ώρες, αλλά τα λεφτά δεν βγαίνουν εύκολα. Η σύνταξη της μητέρας μου είναι μικρή, εγώ δεν έχω σταθερό εισόδημα κάθε μήνα, και η καλή φροντίδα στο σπίτι κοστίζει περισσότερο απ’ όσο είχα φανταστεί.
Πριν από δύο εβδομάδες μίλησα με μια κοινωνική λειτουργό σε κέντρο ημέρας για ηλικιωμένους. Μου εξήγησε τι επιλογές υπάρχουν, τι χαρτιά χρειάζονται, ότι μπορεί να βοηθήσει και μια μονάδα φροντίδας αν δεν γίνεται αλλιώς. Την άκουγα και ένιωθα ότι προδίδω τη μητέρα μου μόνο που καθόμουν εκεί.
Το ίδιο βράδυ, η μητέρα μου είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ. Η Νεφέλη διάβαζε με ακουστικά. Την κοίταξα και σκέφτηκα ότι σε λίγους μήνες δίνει Πανελλαδικές. Έχει ήδη αρκετό βάρος στο κεφάλι της χωρίς να φοβάται αν θα βρει τα βιβλία της στη θέση τους ή αν θα ακούσει τη γιαγιά της να περιφέρεται στις τέσσερις το πρωί.
Και μετά κοίταξα τη μάνα μου. Τόσο μικρή έδειχνε στον καναπέ. Αυτή που δούλευε χρόνια σε καθαριστήριο, που με μεγάλωσε σχεδόν μόνη όταν ο πατέρας μου ταξίδευε. Αυτή που μου έφερνε τάπερ όταν πρωτοχώρισα γιατί ήξερε ότι θα έτρωγα σουβλάκια κάθε μέρα.
Δεν θέλω να τη διώξω. Αλλά φοβάμαι ότι, αν συνεχίσουμε έτσι, θα χάσω την κόρη μου με έναν πιο αργό και ήσυχο τρόπο. Θα φύγει για σχολή, ίσως έτσι κι αλλιώς, αλλά δεν θέλω να φύγει θυμωμένη μαζί μου.
Χθες η Νεφέλη μου ζήτησε να μείνει για λίγο στη μητέρα της, μέχρι να τελειώσουν τα διαγωνίσματα. Δεν μου το είπε σαν απειλή. Μου το είπε σχεδόν ντροπαλά, σαν να ζητούσε συγγνώμη.
Της είπα «εντάξει» και της έβαλα τα πράγματά της σε μια τσάντα. Η μητέρα μου μας ρώτησε πού πάει το κορίτσι. Της είπα πως έχει διάβασμα.
«Καλά κάνει», είπε. «Τα παιδιά πρέπει να κοιτάνε τη ζωή τους.»
Δεν ξέρω αν κατάλαβε τι είπε. Εγώ πάντως το κατάλαβα πολύ καλά. Σήμερα θα ξαναπάρω την κοινωνική λειτουργό. Δεν έχω αποφασίσει τίποτα ακόμη, αλλά δεν μπορώ άλλο να κάνω πως η αγάπη από μόνη της φτάνει για όλους.