«Είπα ότι δεν μπορώ άλλο να πληρώνω το δάνειο του αδελφού μου και η οικογένειά μου δεν είναι πια η ίδια»
Τρεις εβδομάδες τώρα, στο οικογενειακό μας Viber, το τελευταίο μήνυμα είναι δικό μου.
«Από τον Σεπτέμβριο δεν θα μπορώ να βάζω τα 250 ευρώ. Δεν το λέω για να αφήσω κανέναν ξεκρέμαστο, αλλά δεν βγαίνω άλλο.»
Το διάβασαν όλοι. Φαινόταν. Η μητέρα μου, ο πατέρας μου, ο αδελφός μου ο Νίκος και η γυναίκα του. Κανείς δεν απάντησε εκείνη τη στιγμή.
Η μητέρα μου με πήρε μετά από δυο ώρες. Δεν φώναξε. Αυτό ίσως ήταν χειρότερο.
«Εντάξει, κορίτσι μου. Απλώς να ξέρεις ότι τώρα δεν είναι εύκολη περίοδος για τον αδελφό σου.»
Σαν να μην το ήξερα. Σαν να μην ήταν ακριβώς αυτός ο λόγος που έβαζα τα χρήματα τόσα χρόνια.
Είμαι 33, αναπληρώτρια παράλληλης στήριξης. Τα τελευταία έξι χρόνια έχω ζήσει σε τρεις διαφορετικές πόλεις. Καστοριά, Λαμία, τώρα Θεσσαλονίκη. Κάθε Σεπτέμβρη περιμένω τις προσλήψεις με το κινητό στο χέρι και κάθε χρόνο ξαναρχίζω από την αρχή: σπίτι, εγγύηση, λογαριασμοί, μεταφορική για δύο κούτες και τα βιβλία μου, άνθρωποι που σε ρωτάνε «μέχρι πότε θα είσαι εδώ;» λες και το ξέρεις.
Ο Νίκος είναι τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος. Έχει ένα μικρό συνεργείο αυτοκινήτων στις Σέρρες. Δεν είναι τεμπέλης, ούτε άνθρωπος που τα περιμένει όλα έτοιμα. Δούλευε από μικρός με τον πατέρα μου, έφτιαξε το μαγαζί του, πήρε δάνειο για εξοπλισμό και αργότερα άλλο ένα όταν αγόρασε το σπίτι του. Τότε τα πράγματα πήγαιναν καλά. Μετά ήρθε η πανδημία, μετά η ακρίβεια, μετά χτύπησε και τη μέση του και έμεινε σχεδόν δύο μήνες εκτός συνεργείου.
Κάπου εκεί άρχισαν τα «μόνο για λίγο».
Στην αρχή έδωσα 500 ευρώ από κάτι ιδιαίτερα που είχα κάνει το καλοκαίρι. Μετά, για να μη μείνει απλήρωτη μία δόση, έβαλα άλλα 300. Έπειτα οι γονείς μου πρότειναν να βοηθάμε όλοι κάθε μήνα, μέχρι να σταθεί λίγο καλύτερα.
Ο πατέρας μου είχε ήδη βάλει εγγυητή ένα παλιό σπίτι της γιαγιάς στο χωριό. Η μητέρα μου έλεγε ότι δεν άντεχε στην ιδέα να το χάσουμε. Ο Νίκος είχε τότε ένα παιδί δύο χρονών και η νύφη μου ήταν έγκυος στο δεύτερο. Δεν μπορούσα να τους κοιτάξω και να πω όχι.
Έτσι ξεκίνησαν τα 250 ευρώ.
Δεν ήταν ότι μου περισσεύουν. Το ενοίκιό μου στη Θεσσαλονίκη είναι 470, σε ένα δυάρι που το μοιράζομαι με άλλη κοπέλα. Η θέρμανση φέτος μάς ήρθε λες και μένουμε σε βίλα. Έχω ακόμα ένα μικρό καταναλωτικό που είχα πάρει όταν χάλασε το παλιό μου αυτοκίνητο, γιατί χωρίς αμάξι δεν μπορούσα να πηγαίνω στο σχολείο που ήμουν τότε, έξω από τη Λαμία.
Αλλά έλεγα ότι είναι οικογένεια. Και, για να είμαι ειλικρινής, μου άρεσε να πιστεύω ότι είμαι χρήσιμη. Ότι δεν είμαι η κόρη που έφυγε, που δεν παντρεύτηκε, που δεν έκανε παιδιά, που κάθε χρόνο κουβαλάει μια βαλίτσα από πόλη σε πόλη. Ήμουν αυτή που «βοηθάει».
Μόνο που η βοήθεια, όταν τραβάει πολύ, γίνεται κάτι σαν δεύτερος λογαριασμός. Δεν σε ρωτάει κανείς αν μπορείς. Απλώς έρχεται.
Τον περασμένο Ιούνιο έμαθα ότι δεν θα πάρω οργανική θέση, παρότι το περίμενα αρκετά. Δεν ξέρω γιατί με πείραξε τόσο. Ίσως γιατί είχα κουραστεί να ζω με τη λογική του προσωρινού. Το ίδιο βράδυ ο πατέρας μου με πήρε και μου είπε, σχεδόν απολογητικά, ότι τον επόμενο μήνα θα χρειαζόταν ίσως να βάλουμε κάτι παραπάνω, γιατί είχε πέσει η δουλειά στο συνεργείο.
Εκείνη την ώρα ήμουν στο σούπερ μάρκετ. Κρατούσα ένα πακέτο καφέ και έκανα νοερά λογαριασμούς για το αν θα φτάσουν μέχρι την πληρωμή. Δεν του είπα τίποτα. Είπα μόνο «θα δω, μπαμπά».
Μετά άρχισα να θυμώνω με όλους, χωρίς να το δείχνω. Με τον Νίκο επειδή δεν μου έλεγε ο ίδιος τι γίνεται. Με τη μητέρα μου επειδή κάθε φορά που μιλούσαμε, πριν καν με ρωτήσει πώς είμαι, έλεγε «μπήκαν τα λεφτά;». Με τον εαυτό μου κυρίως, επειδή δεν είχα μιλήσει νωρίτερα.
Στις 15 Αυγούστου κατέβηκα στις Σέρρες. Στο τραπέζι ήταν όλοι κανονικοί. Τα παιδιά έτρεχαν στην αυλή, ο πατέρας μου έψηνε, η νύφη μου έφερνε πιάτα. Ο Νίκος μιλούσε για ένα αμάξι που είχε στο συνεργείο και δεν έβρισκε ανταλλακτικό. Κανείς δεν ανέφερε χρήματα.
Και αυτό με εκνεύρισε περισσότερο από οτιδήποτε. Αυτή η σιωπή που όλοι κάναμε πως είναι αγάπη.
Το βράδυ, όταν έμεινα μόνη με τον αδελφό μου στην αυλή, του είπα ότι από το φθινόπωρο θα σταματήσω. Δεν του είπα ότι δεν θέλω. Του είπα ότι δεν μπορώ.
Δεν αντέδρασε άσχημα. Κοίταζε κάτω και στριφογύριζε το κλειδί του αυτοκινήτου του στα χέρια.
«Καταλαβαίνω», είπε. «Απλώς… δεν ξέρω τι θα κάνουμε.»
Ήθελα να του πω πως ούτε εγώ ξέρω τι θα κάνω. Πως έχω φτάσει να νιώθω ενοχές επειδή σκέφτομαι να πάω ένα ταξίδι τρεις μέρες ή να αλλάξω το λάπτοπ μου που κολλάει συνεχώς. Αντί γι’ αυτό, του είπα ότι ίσως μπορούσα να βοηθήσω για άλλους τρεις μήνες, με λιγότερα χρήματα.
Εκείνος είπε «όχι, άσ’ το», αλλά με έναν τρόπο που δεν ακουγόταν σαν όχι.
Γύρισα Θεσσαλονίκη και για μια εβδομάδα δεν έκανα τίποτα. Μετά, σε μια κουβέντα που άρχισε πάλι στο Viber για τη δόση του μήνα, έγραψα εκείνο το μήνυμα. Μάλλον το έγραψα επειδή δεν άντεχα άλλη τηλεφωνική κουβέντα με παύσεις και αναστεναγμούς.
Από τότε, ο πατέρας μου μιλάει μαζί μου για άσχετα πράγματα. Με ρωτάει για τον καιρό, για το σχολείο, αν έφτιαξα το αμάξι. Η μητέρα μου είναι ευγενική, υπερβολικά ευγενική. Ο Νίκος μου έστειλε μόνο μία φωτογραφία από τα παιδιά του την ημέρα που άνοιξαν τα σχολεία.
Έμαθα από τη θεία μου, όχι από τους ίδιους, ότι ψάχνει να πουλήσει ένα μηχάνημα από το συνεργείο. Μπορεί να είναι η σωστή λύση, μπορεί και όχι. Νιώθω απαίσια που το λέω, αλλά ένα κομμάτι μου ανακουφίστηκε όταν το άκουσε. Και μετά ντράπηκα γι’ αυτή την ανακούφιση.
Δεν νιώθω ελεύθερη όπως περίμενα. Νιώθω απλώς ότι όλοι με βλέπουν αλλιώς τώρα. Όχι σαν τη Μαρία που θα βρει τρόπο, αλλά σαν τη Μαρία που είπε μέχρι εδώ.
Σε λίγες μέρες θα πάω στις Σέρρες για τη γιορτή της μητέρας μου. Έχω ήδη πάρει δώρο ένα μαντίλι που της άρεσε σε μια βιτρίνα. Δεν ξέρω αν θα μιλήσουμε για τα χρήματα. Μπορεί να καθίσουμε στο ίδιο τραπέζι και να μιλάμε για τα παιδιά, για τη δουλειά, για το τι ακριβαίνουν όλα.
Και μπορεί πάλι να μη λέμε αυτό που υπάρχει πραγματικά ανάμεσά μας.