Στην προέγκριση για το σπίτι μάθαμε ότι ο άντρας μου είχε πάρει κρυφό δάνειο
«Μη με κοιτάς έτσι. Δεν ήξερα ότι φαίνεται ακόμα στον Τειρεσία», μου είπε ο άντρας μου μέσα στην τράπεζα, μπροστά στην υπάλληλο που κρατούσε τον φάκελό μας.
Εγώ μέχρι εκείνη τη στιγμή νόμιζα ότι το μόνο πρόβλημα ήταν πως δεν είχαμε αρκετά χρήματα στην άκρη για το σπίτι που είδαμε στο Περιστέρι. Ένα δυάρι, παλιό αλλά προσεγμένο, κοντά σε μετρό. Για άλλους μπορεί να ήταν τίποτα σπουδαίο. Για εμάς, που μένουμε τόσα χρόνια με ενοίκιο στο Αιγάλεω και αλλάζουμε σπίτια όποτε αποφασίζει ο ιδιοκτήτης να τα δώσει σε συγγενή ή να ανεβάσει το νοίκι, ήταν ο στόχος μας.
Η υπάλληλος μας είπε ήρεμα ότι, με το καταναλωτικό δάνειο και την κάρτα που φαινόταν ανοιχτή, η δόση του στεγαστικού δεν έβγαινε. Μας πρότεινε να ξαναδούμε τα στοιχεία μας σε έξι μήνες.
Βγήκα έξω χωρίς να του μιλάω. Στο πεζοδρόμιο του είπα:
«Ποιο δάνειο; Τι εννοεί η γυναίκα;»
Κοίταζε κάτω. «Οκτώ χιλιάδες τετρακόσια. Το έβγαλα τον Νοέμβριο.»
«Τον Νοέμβριο; Δηλαδή έξι μήνες μου λες ότι μαζεύουμε για προκαταβολή και πληρώνεις δάνειο πίσω από την πλάτη μου;»
Μου είπε ότι δεν ήθελε να με φορτώσει. Ότι τα μισά πήγαν σε μια παλιά κάρτα από τότε που είχε κλείσει το μικρό συνεργείο με τον πατέρα του. Τα υπόλοιπα τα έδωσε σε οφειλές που είχαν μείνει σε προμηθευτή και σε κάτι εισφορές που κυνηγούσαν τον πατέρα του. Δεν ήθελε, λέει, να τον βλέπει να αγχώνεται στα 72 του και να παρακαλάει για διακανονισμούς.
«Και γιατί δεν μου το είπες;» τον ρώτησα.
«Γιατί κάθε φορά που μιλάμε για χρήματα, φοβάμαι ότι σκέφτεσαι πως θα τα κάνω πάλι θάλασσα. Και ίσως να έχεις δίκιο.»
Εκεί θύμωσα ακόμα περισσότερο, γιατί ήταν άδικο αλλά δεν ήταν και τελείως ψέμα. Πριν χρόνια, όταν είχε ανοίξει εκείνο το συνεργείο, εγώ είχα βάλει τις οικονομίες μου χωρίς να καταλαβαίνω καλά τι γίνεται. Μετά ήρθαν τα χρέη, οι καβγάδες, οι γονείς του να λένε τη γνώμη τους, η μητέρα μου να μου λέει να κρατάω λεφτά στην άκρη «για να μην βρεθείς εκτεθειμένη». Από τότε του το πετούσα συχνά σε κάθε συζήτηση, ακόμα κι όταν δεν χρειαζόταν.
Αλλά αυτό δεν άλλαζε ότι μου έκρυψε ολόκληρο δάνειο.
Το βράδυ του ζήτησα να δω τις κινήσεις του λογαριασμού. Εκείνος εκνευρίστηκε.
«Τώρα θα μου κάνεις έλεγχο σαν να είμαι παιδί;»
«Όχι. Απλώς δεν ξέρω τι άλλο δεν ξέρω.»
Τελικά μου τις έδειξε. Δεν είχε κάτι άλλο. Η δόση πληρωνόταν κανονικά, αλλά μας έτρωγε κάθε μήνα χρήματα που εγώ υπολόγιζα για το σπίτι. Εκείνος είχε κάνει στο μυαλό του ότι θα το ξεχρέωνε νωρίτερα με τα έξτρα μεροκάματα που κάνει τα Σάββατα.
Τότε του είπα κι εγώ κάτι που δεν του είχα πει. Η σύμβασή μου στο σούπερ μάρκετ λήγει σε δύο μήνες και δεν ξέρω αν θα ανανεωθεί. Του έλεγα «μια χαρά πάει η δουλειά», γιατί δεν ήθελα να παγώσει πάλι το σχέδιο για το σπίτι. Είχα μάλιστα δώσει και διακόσια ευρώ σε μεσίτη για να μη μας το πάρουν, χωρίς να του το αναφέρω.
Με κοίταξε και είπε: «Δηλαδή κι εσύ έκρυβες πράγματα.»
«Δεν είναι το ίδιο», του είπα αμέσως, αλλά καταλαβένω ότι δεν ήταν τόσο απλό. Εγώ έκρυψα έναν φόβο και ένα ποσό. Εκείνος έκρυψε χρέος που αλλάζει όλο το μέλλον μας. Παρ’ όλα αυτά, και οι δύο προσπαθήσαμε να σώσουμε το ίδιο όνειρο χωρίς να λέμε όλη την αλήθεια.
Το σπίτι μάλλον θα χαθεί. Ο μεσίτης είπε ότι υπάρχει άλλο ζευγάρι που ενδιαφέρεται και δεν μπορούμε να περιμένουμε την προέγκριση. Η πεθερά μου λέει πως καλά έκανε ο γιος της που βοήθησε τον πατέρα του. Η μητέρα μου λέει πως πρέπει να χωρίσουμε τελείως τα οικονομικα μας. Κι εμείς στο σπίτι μιλάμε λίγο και προσεκτικά, λες και κάθε κουβέντα μπορεί να γίνει νέος καβγάς.
Δεν ξέρω αν με πονάει περισσότερο ότι χάσαμε το σπίτι ή ότι δεν νιώθω πια σίγουρη όταν κάνουμε σχέδια μαζί. Εσείς θα προσπαθούσατε να συνεχίσετε για έναν κοινό στόχο ή θα θεωρούσατε ότι μετά από τέτοιο ψέμα δεν ξαναχτίζεται εύκολα η εμπιστοσύνη;