«Έκλεινε το καλοριφέρ και μετρούσε τα μακαρόνια»: Η ιστορία ενός άντρα που έμεινε σε ένα σπίτι μόνο και μόνο επειδή δεν είχε πού να πάει

Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς άρχισα να φοράω μπουφάν μέσα στο σπίτι.

Ίσως τον πρώτο χειμώνα που μείναμε μαζί, στο δυάρι της Νέας Σμύρνης. Ήταν παλιό, στον τρίτο χωρίς ασανσέρ, με εκείνα τα αλουμινένια κουφώματα που άφηναν αέρα από παντού. Η Άννα έλεγε ότι το καλοριφέρ «τρώει λεφτά» και ότι με μια κουβέρτα, μια φόρμα και σωστή διαχείριση δεν παθαίνει κανείς τίποτα.

Στην αρχή δεν μου φάνηκε παράλογο. Είχαμε και οι δύο περάσει δύσκολα. Εκείνη είχε μεγαλώσει με γονείς που κρατούσαν μέχρι και τα πλαστικά ποτηράκια από τους καφέδες. Εγώ είχα μόλις φύγει από μια δουλειά σε εταιρεία courier που με είχε λιώσει στις υπερωρίες και περίμενα να ξεκινήσω σε μια αποθήκη στον Ασπρόπυργο. Το ενοίκιο ήταν 520 ευρώ και τα κοινόχρηστα είχαν ξεφύγει. Οπότε είπα, εντάξει, θα σφίξουμε λίγο.

Το «λίγο» έγινε τρόπος ζωής πολύ γρήγορα.

Η Άννα έφτιαχνε εβδομαδιαίο πρόγραμμα φαγητού σε ένα τετράδιο. Δευτέρα φακές, Τρίτη μακαρόνια με σάλτσα, Τετάρτη ρύζι με κάτι λαχανικά, Πέμπτη ό,τι είχε μείνει. Δεν ήταν το πρόγραμμα από μόνο του που με πείραζε. Κι εγώ μαγειρεύω, δεν είμαι άνθρωπος που θέλει κάθε μέρα απ’ έξω. Αλλά αν έφερνα δύο σουβλάκια επειδή γύρισα αργά, με κοιτούσε σαν να είχα κάνει κάτι ύποπτο.

«Ξέρεις πόσες μερίδες βγαίνουν με αυτά τα οχτώ ευρώ;» μου έλεγε.

Μερικές φορές δεν απαντούσα. Άλλες έλεγα «ναι, Άννα, το ξέρω», με έναν τόνο που την εκνεύριζε περισσότερο.

Είχα κι εγώ άδικο σε πράγματα. Δεν ήμουν καλός με τα λεφτά. Είχα κάνει παλιότερα μια χαζή αγορά με δόσεις, ένα κινητό που δεν χρειαζόμουν. Είχα αφήσει απλήρωτα δύο τέλη κυκλοφορίας και τα μάζευα όπως όπως. Η Άννα τα ήξερε αυτά και ίσως γι’ αυτό ένιωθε ότι έπρεπε να κρατάει εκείνη το τιμόνι.

Μόνο που δεν κρατούσε το τιμόνι. Κρατούσε τα πάντα.

Έβαλε εφαρμογή στον κοινό λογαριασμό μας και κάθε βράδυ κοιτούσε τις κινήσεις. Αν έπαιρνα καφέ απ’ έξω, το έβλεπε. Αν πήγαινα περίπτερο και έπαιρνα νερό, το έβλεπε. Μια φορά αγόρασα ένα πακέτο μπισκότα για να έχω στη δουλειά και, όταν γύρισα, τα είχε βάλει πάνω στο τραπέζι.

«Αυτά ήταν ανάγκη;» με ρώτησε.

Δεν φώναζε. Θα ήταν ίσως πιο εύκολο αν φώναζε από την αρχή. Μιλούσε ήρεμα, με εκείνον τον κοφτό τρόπο που σε έκανε να νιώθεις δεκαπέντε χρονών και άχρηστος.

«Όχι, δεν ήταν ανάγκη», είπα.

Τα πήρε και τα έβαλε στο ντουλάπι. Δεν τα πέταξε, φυσικά. Τίποτα δεν πετούσε. Ακόμη και τα ταπεράκια από ντελίβερι τα έπλενε και τα στοίβαζε κάτω από τον νεροχύτη.

Η δουλειά στην αποθήκη τελικά δεν κράτησε. Μας πήραν μέσω γραφείου, μας έταξαν ωράριο και μεταφορικό, και ύστερα από δυόμισι μήνες άρχισαν οι καθυστερήσεις. Έφυγα πριν μου χρωστάνε κι άλλο μισθό. Εκεί ήταν που άρχισα να φοβάμαι πραγματικά.

Δεν είχα αρκετά για να νοικιάσω μόνος μου. Η μάνα μου είναι στο Αγρίνιο, με τη σύνταξη του πατέρα μου και κάτι μεροκάματα που κάνει σε μια κυρία. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει πριν τέσσερα χρόνια. Δεν μπορούσα να της πω «έρχομαι πίσω στα 33 μου με ένα σακίδιο», όχι επειδή θα με έδιωχνε, αλλά επειδή ήξερα ότι θα στρίμωχνε τον εαυτό της για να μη νιώσω εγώ βάρος.

Η Άννα, αντί να γίνει πιο ήπια επειδή ήμουν χωρίς δουλειά, έγινε πιο αυστηρή. Μου είπε ότι από τον επόμενο μήνα θα καλύπτω το μισό ενοίκιο από τις οικονομίες μου. Λογικό, ίσως. Το σπίτι ήταν και δικό μου. Αλλά μαζί μ’ αυτό ήρθε και το υπόλοιπο: δεν άναβαν θερμοσίφωνας παρά μόνο δύο φορές την εβδομάδα, δεν αγοράζαμε φρούτα «εκτός εποχής», δεν μπορούσα να πάω ούτε για μπίρα με τον Θοδωρή χωρίς να εξηγήσω από πριν πόσα θα ξοδέψω.

Ένα βράδυ του Φλεβάρη είχα πυρετό. Όχι κάτι σοβαρό, 37 και κάτι, αλλά έτρεμα. Ζήτησα να ανοίξουμε το καλοριφέρ για λίγο. Η Άννα στεκόταν στην κουζίνα και καθάριζε μανταρίνια για να μη χαλάσουν.

«Έχεις κουβέρτες», είπε.

Της είπα ότι δεν μιλάω για οικονομία εκείνη τη στιγμή, ότι κρυώνω μέχρι το κόκαλο. Εκείνη άρχισε να λέει πως εγώ δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει να μη βγαίνει ο μήνας, πως αν συνεχίσουμε έτσι θα χρωστάμε, πως η ίδια αγχώνεται συνέχεια και κανείς δεν τη ρωτάει.

Και είχε δίκιο σε ένα πράγμα: δεν τη ρωτούσα. Είχα αρχίσει να την αποφεύγω. Έκανα πως κοιμάμαι, έμενα παραπάνω έξω, έβρισκα αφορμές να περπατήσω μέχρι το περίπτερο. Αλλά δεν μπορούσα πια να κάνω ότι όλα ήταν μια συζήτηση για λογαριασμούς.

Της είπα, αρκετά άσχημα, ότι δεν θέλω να ζω σε σπίτι που πρέπει να απολογούμαι επειδή πεινάω ή κρυώνω.

Έκλεισε το νερό στη βρύση και με κοίταξε. Δεν έκλαψε. Μου είπε μόνο: «Εσύ θες να νιώθεις ασφαλής χωρίς να σκέφτεσαι ποιος θα πληρώσει γι’ αυτό».

Αυτό με χτύπησε γιατί ήταν αλήθεια, αλλά όχι όλη η αλήθεια.

Τρεις μέρες μετά, πήρα τον Θοδωρή τηλέφωνο. Ντρεπόμουν τόσο που του έλεγα άσχετα πρώτα, για τη δουλειά του, για τον Παναθηναϊκό, για κάτι βίντεο που είχαμε δει. Μετά του είπα αν ξέρει κανέναν για συγκατοίκηση. Μου είπε ότι ο ξάδερφός του έψαχνε άτομο για ένα διαμέρισμα στο Περιστέρι. Δεν ήταν ωραίο σπίτι. Ημιυπόγειο, 380 ευρώ το μισό, με υγρασία σε έναν τοίχο. Αλλά είχε θέρμανση με φυσικό αέριο και ο άνθρωπος που έμενε εκεί δεν ήθελε να ξέρει αν πήρα καφέ.

Μάζεψα τα πράγματά μου ένα Σάββατο πρωί. Η Άννα ήταν στη λαϊκή. Δεν ήθελα να φύγω κρυφά, αλλά ήξερα ότι αν τη περίμενα θα άρχιζε πάλι ο υπολογισμός: τι χρωστάω, τι έχω βάλει, τι έχει βάλει εκείνη, πόσες μέρες έμεινα μέσα στον μήνα.

Της άφησα σημείωμα και της έστειλα μετά μήνυμα ότι θα της καταθέσω ό,τι αναλογεί. Το έκανα. Μου πήρε σχεδόν δύο μήνες, αλλά το έκανα.

Δεν με πήρε ποτέ να μου ζητήσει να γυρίσω. Μου έστειλε μόνο μια φωτογραφία από έναν λογαριασμό ρεύματος και έγραψε «να, γι’ αυτό φοβόμουν». Δεν απάντησα εκείνη τη μέρα.

Τώρα δουλεύω σε ένα κατάστημα με ανταλλακτικά αυτοκινήτων στον Ταύρο. Δεν βγάζω πολλά. Το ημιυπόγειο συνεχίζει να μυρίζει λίγο μούχλα όταν βρέχει, και ο συγκάτοικός μου αφήνει τα πιάτα δύο μέρες στον νεροχύτη. Κάποιες νύχτες κοιτάω το υπόλοιπο στην τράπεζα και με πιάνει πανικός.

Αλλά πριν λίγες μέρες άναψα το καλοριφέρ για μισή ώρα χωρίς να το συζητήσω με κανέναν. Κάθισα στον καναπέ με μια κουβέρτα και έφαγα ένα τοστ που είχα πάρει απ’ έξω γυρνώντας.

Δεν ήταν λύση για τη ζωή μου. Ήταν απλώς ένα ζεστό δωμάτιο και ένα τοστ. Εκείνο το βράδυ, όμως, μου έφτανε.