«Δεν μπορώ να κρατήσω άλλο τον πατέρα»: Η αδερφή μου αρνήθηκε να με βοηθήσει πριν από την επέμβασή μου
«Μη με ξαναπάρεις για να κρατήσω τον πατέρα. Δεν μπορώ άλλο», μου είπε η αδερφή μου στο τηλέφωνο, δυο μέρες πριν μπω στο Λαϊκό για επέμβαση στο γόνατο.
Στην αρχή νόμιζα ότι δεν άκουσα καλά. Ο πατέρας μας είναι 79, έχει αρχίσει να μπερδεύεται πολύ μετά το μικρό εγκεφαλικό που πέρασε πέρσι και δεν γίνεται να μείνει μόνος. Ξεχνάει το μάτι της κουζίνας, ψάχνει τη μητέρα μου μέσα στο σπίτι ενώ έχει φύγει από τη ζωή τρία χρόνια και μερικές φορές βγαίνει στην πολυκατοικία με τις παντόφλες.
Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο μένει μαζί μου, σε ένα δυάρι στην Κυψέλη. Ο άντρας μου κοιμάται στον καναπέ αρκετές νύχτες, γιατί ο πατέρας ξυπνάει και φωνάζει. Δεν λέω ότι είμαι ηρωίδα. Έχω νεύρα, έχω φωνάξει, έχω πει πράγματα που μετά ντράπηκα. Αλλά είχα ανάγκη αυτές τις τέσσερις μέρες. Η επέμβαση δεν ήταν κάτι που μπορούσα να αναβάλω εύκολα.
«Είναι ο πατέρας μας», της είπα. «Δεν σου ζητάω να τον πάρεις για μήνες. Τέσσερις μέρες σου ζητάω.»
«Για σένα είναι τέσσερις μέρες. Για μένα είναι να μην κοιμηθώ, να έχω την αγωνία μη φύγει, να τον βλέπω να μη με αναγνωρίζει. Δεν αντέχω», μου είπε.
Θύμωσα τόσο πολύ που της το έκλεισα. Σκεφτόμουν μόνο ότι εκείνη μένει μόνη της σε ένα σχετικά ήσυχο σπίτι στο Περιστέρι, πάει στη δουλειά της στο φαρμακείο, βγαίνει τα Σαββατοκύριακα, ενώ εγώ είχα σταματήσει μέχρι και τα απογεύματα που δούλευα σε ένα καθαριστήριο για να είμαι με τον πατέρα.
Ο άντρας μου είπε ήρεμα: «Μήπως δεν είναι αδιαφορία; Μήπως φοβάται;»
Του απάντησα άσχημα. «Εύκολο είναι να μιλάς, εσύ δεν έχεις αδερφή να σε αφήνει στα δύσκολα.»
Το ίδιο βράδυ με πήρε πάλι. Περίμενα να μου πει συγνώμη. Αντί γι’ αυτό, μου είπε: «Θυμάσαι όταν η μητέρα ήταν στο νοσοκομείο και εγώ ήμουν έξι μήνες μέσα-έξω στο Γεννηματά; Τότε που σου έλεγα να έρθεις ένα βράδυ να κάτσεις κι εσύ;»
Φυσικά και θυμόμουν. Αλλά τότε είχα τον γιο μου που έδινε Πανελλήνιες, δούλευα πρωί-βράδυ και έλεγα ότι δεν γινόταν να λείψω. Πίστευα πως εκείνη τα κατάφερνε καλύτερα με νοσοκομεία, γιατρούς και χαρτιά.
«Ήρθες δυο φορές», συνέχισε. «Και τη μία έφυγες μετά από μία ώρα γιατί είχες να μαγειρέψεις. Δεν στο λέω για να σε τιμωρήσω. Αλλά από τότε, όταν μου ζητάς να αναλάβω, νιώθω ότι ξαναμπαίνω σε εκείνη την περίοδο. Και δεν μπορώ.»
Εκεί δεν ήξερα τι να πω. Εγώ το είχα στο μυαλό μου σαν μια δύσκολη φάση που πέρασε. Για εκείνη, φαίνεται πως δεν πέρασε ποτέ.
Μετά μου είπε και κάτι άλλο που με έκανε να νιώσω χειρότερα. Πριν από δύο χρόνια, όταν ο πατέρας είχε ακόμα λίγες οικονομίες στην τράπεζα, είχα πάρει 1.500 ευρώ για να βοηθήσω τον γιο μου με το νοίκι στη Θεσσαλονίκη. Είχα πει στον εαυτό μου ότι θα τα βάλω πίσω μόλις στρώσω. Δεν τα έβαλα ποτέ. Δεν τα έκρυψα ακριβώς, αλλά ούτε της το είπα. Εκείνη το είδε όταν ζήτησε αντίγραφο κινήσεων για τα χαρτιά του ΚΕΠΑ.
«Δεν είναι μόνο ότι με χρειάζεσαι», μου είπε. «Είναι ότι αποφασίζεις μόνη σου και μετά περιμένεις από μένα να καλύψω ό,τι μένει.»
Της είπα πως τα λεφτά πήγαν στο παιδί μου, όχι σε διακοπές. Μου απάντησε: «Το καταλαβένω. Αλλά ήταν και λεφτά του πατέρα. Κι εγώ δεν ήξερα τίποτα.»
Δεν είχε άδικο. Πραγμματικά δεν είχε. Αλλά ούτε εγώ ήξερα πώς να το διαχειριστώ όλο αυτό. Ο πατέρας παίρνει μια μικρή σύνταξη, τα φάρμακα και οι εξετάσεις του κοστίζουν, το “Βοήθεια στο Σπίτι” του δήμου έχει αναμονή και μια γυναίκα για λίγες ώρες τη μέρα θέλει χρήματα που δεν έχουμε κάθε μήνα.
Η αδερφή μου τελικά είπε ότι θα έβαζε τα μισά για μια επαγγελματία φροντίστρια για τις μέρες της επέμβασης, αλλά δεν θα τον έπαιρνε σπίτι της. Εγώ το άκουσα σαν μισή βοήθεια, σχεδόν σαν να ήθελε να ξεμπερδέψει. Εκείνη το έλεγε ως το μόνο που μπορούσε να δώσει χωρίς να διαλυθεί.
Η επέμβαση μεταφέρθηκε για τον επόμενο μήνα. Ο άντρας μου πήρε τρεις μέρες άδεια άνευ αποδοχών, γιατί δεν βρέθηκε άκρη τελευταία στιγμή. Με την αδερφή μου μιλάμε τυπικά από τότε. Ο πατέρας ρωτάει καμιά φορά γιατί δεν έρχεται και δεν ξέρω τι να του πω.
Ακόμα νιώθω ότι με άφησε σε μια πολύ δύσκολη στιγμή. Ταυτόχρονα, βλέπω ότι κι εγώ θεωρούσα δεδομένο πως, ό,τι κι αν είχε γίνει, θα έτρεχε επειδή είμαστε οικογένεια. Δεν ξέρω αν αυτό είναι αγάπη ή μια απαίτηση που είχα μάθει να βαφτίζω υποχρέωση.
Εσείς τι πιστεύετε; Η αδερφή μου έβαλε ένα αναγκαίο όριο ή, όταν ένας δικός σου άνθρωπος δεν μπορεί, έχεις ηθική υποχρέωση να βοηθήσεις ακόμα κι αν δεν αντέχεις;