«Αν πληρώνω εγώ το ενοίκιο, έχω λόγο»: Η κουβέντα με την κόρη μου που με έκανε να δω πόσο έμοιαζα στον πατέρα μου
«Μαμά, δεν θέλω άλλα λεφτά από σένα αν είναι να μου λες κάθε εβδομάδα τι να κάνω μέσα στο σπίτι μου».
Αυτό μου είπε η κόρη μου στο τηλέφωνο, και για λίγα δευτερόλεπτα δεν μιλούσα. Μετά της πέταξα το χειρότερο που μπορούσα να πω:
«Ωραία. Από τον άλλο μήνα βρείτε τα μόνοι σας με το ενοίκιο.»
Έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς να μου απαντήσει.
Εδώ και ενάμιση χρόνο, από τότε που εκείνη και ο άντρας της μετακόμισαν σε νοίκι στο Περιστέρι, τους δίνω 350 ευρώ τον μήνα. Δεν είμαι πλούσια. Δουλεύω σε φούρνο, πρωινό ωράριο, και ο άντρας μου είναι οδηγός σε εταιρεία διανομών. Αλλά έχουμε ένα μικρό σπίτι δικό μας, δεν πληρώνουμε δάνειο, και είπαμε να βοηθήσουμε ώσπου να σταθούν λίγο καλύτερα.
Εκείνη δουλεύει σε φαρμακείο, ο άντρας της κάνει μεροκάματα σε συνεργείο αυτοκινήτων. Με ένα παιδί τριών χρονών, παιδικό σταθμό, λογαριασμούς και σούπερ μάρκετ, ξέρω ότι δεν τους περισσεύουν.
Μόνο που εγώ δεν έμεινα στη βοήθεια.
Στην αρχή έλεγα απλά: «Να πληρώνετε το ενοίκιο στην ώρα του, μη χρωστάτε». Μετά άρχισα να ρωτάω γιατί πήραν καινούριο καναπέ ενώ είχαν έναν παλιό. Γιατί έβαλαν το παιδί σε ιδιωτικό παιδικό δύο φορές τη βδομάδα αντί να το κρατάει η άλλη γιαγιά. Γιατί ο άντρας της πήρε μηχανάκι με δόσεις.
«Εγώ πληρώνω το μισό νοίκι και βλέπω να κάνετε αγορές», της έλεγα.
Και εκείνη συνήθως έλεγε χαμηλά: «Δεν το πληρώνεις εσύ όλο, μαμά.»
Αυτό με εκνεύριζε ακόμα περισσότερο. Σαν να μην αναγνώριζε τίποτα. Σαν να θεωρούσε δεδομένο ότι θα είμαι εκεί, όποτε χρειαστεί.
Την περασμένη Κυριακή πήγα από το σπίτι τους χωρίς να πάρω πρώτα τηλέφωνο. Είχα φτιάξει ταψί παστίτσιο και ήθελα να δω το εγγόνι μου. Όταν μπήκα, είδα στο σαλόνι έναν μεγάλο καινούριο καναπέ, ανοιχτόχρωμο, που σίγουρα δεν ήταν φτηνός.
«Αυτόν πότε τον πήρατε;» ρώτησα.
Η κόρη μου με κοίταξε και κατάλαβα ότι κουράστηκε πριν καν μιλήσει.
«Τον πήραμε μεταχειρισμένο. Με λεφτά που μαζεύαμε μήνες.»
«Μήνες μαζεύατε, αλλά για να μειώσετε τη βοήθεια από μένα δεν το σκεφτήκατε;» της είπα.
Ο άντρας της ήταν στην κουζίνα και δεν μπήκε αμέσως στη μέση. Αυτό με πείραξε. Περίμενα να πει κάτι, ίσως να μου δώσει δίκιο. Αντί γι’ αυτό είπε ήρεμα:
«Δεν είναι σωστό να έρχεστε και να μας ζητάτε λογαριασμό για κάθε πράγμα.»
Του απάντησα απότομα: «Όταν μεγαλώσεις παιδί και το βλέπεις να δυσκολεύεται, τότε να μου πεις τι είναι σωστό.»
Εκεί η κόρη μου σηκώθηκε. «Δεν δυσκολεύομαι επειδή πήραμε έναν καναπέ. Δυσκολεύομαι επειδή κάθε φορά που δίνεις χρήματα, νιώθω ότι πρέπει να αποδείξω πως αξίζω να τα πάρω.»
Της είπα πως υπερβάλλει. Ότι εγώ δεν είμαι εχθρός της. Ότι μόνο να μην κάνει λάθη προσπαθώ.
Και τότε μου είπε: «Αυτό ακριβώς έλεγε και ο παππούς. “Δεν σε ελέγχω, σε προστατεύω”. Θυμάσαι πώς ένιωθες εσύ;»
Εκεί με χτύπησε άσχημα.
Ο πατέρας μου μας βοηθούσε οικονομικά όταν ήμασταν νέοι. Αλλά κάθε βοήθεια ερχόταν με σχόλιο, οδηγία, απαίτηση. Αν αγοράζαμε κάτι που δεν του άρεσε, μας το θύμιζε μήνες. Αν διαφωνούσαμε, έλεγε «τότε να μη ζητάτε τίποτα». Εγώ είχα ορκιστεί πως δεν θα γίνω έτσι.
Μόνο που είχα κάνει κι εγώ κάτι που η κόρη μου δεν ήξερε. Τον πρώτο καιρό, ο άντρας μου δεν συμφωνούσε να δίνουμε τόσα χρήματα. Φοβόταν ότι θα πιεστούμε κι εμείς, ειδικά με το δικό του ασταθές ωράριο. Εγώ όμως έδινα ένα μέρος από τις οικονομίες που είχα κρατήσει κρυφά στην άκρη. Δεν του το είπα καθαρά. Του έλεγα ότι «βγαίνουμε».
Άρα δεν ήμουν μόνο θυμωμένη με την κόρη μου. Ήμουν και φοβισμένη. Φοβόμουν ότι αν σταματούσα να βοηθάω, θα τους άφηνα εκτεθειμένους. Και φοβόμουν πως, αν συνέχιζα, δεν θα μου έμεναν χρήματα ούτε για μια ανάγκη δική μας. Αλλά αντί να τους το πω ανθρώπινα, τους έκανα να νιώθουν ότι μου χρωστάνε υπακοή.
Δύο μέρες δεν μιλήσαμε. Μετά πήγα μόνη μου έξω από το φαρμακείο, όταν σχολούσε. Της είπα ότι δεν πήγα να μαλώσω.
«Δεν θέλω να κόψω τη βοήθεια σαν τιμωρία», της είπα. «Αλλά δεν μπορώ και να δίνω χωρίς να ξέρω μέχρι πότε. Έκανα λάθος που ανακατευόμουν σε όλα. Και έκανα λάθος που δεν σου είπα ότι κι εγώ ζορίζομαι.»
Μου είπε πως δεν ήθελε να μου κρύβει πράγματα, αλλά κάθε ερώτηση μου ακουγόταν σαν ανάκριση. «Θέλω να είσαι η μαμά μου, όχι η επιθεωρήτρια του σπιτιού μου», μου είπε.
Συμφωνήσαμε να τους βοηθήσουμε για έξι ακόμα μήνες, με συγκεκριμένο ποσό, και μετά να το ξαναδούμε όλοι μαζί. Χωρίς αποδείξεις για καναπέδες, χωρίς σχόλια για το τι τρώνε ή πού πάνε. Αν χρειαστούν κάτι παραπάνω, να το πουν καθαρά. Και αν δεν μπορούμε, να μπορούμε να λέμε “όχι” χωρίς καβγά.
Δεν λύθηκαν όλα σε μια κουβέντα. Ακόμα, όταν βλέπω κάτι που δεν μου αρέσει, μου έρχεται να πω «μα με τα δικά μου λεφτά…». Μετά σταματάω. Γιατί η βοήθεια που δίνω δεν πρέπει να τους κάνει να φοβούνται το τηλεφωνό μου.
Πιστεύετε ότι όταν ένας γονιός στηρίζει οικονομικά το παιδί του δικαιούται να έχει λόγο στο πώς ξοδεύονται τα χρήματα, ή η βοήθεια πρέπει να δίνεται χωρίς έλεγχο;