«Μη λες ότι πέθανε ο αδελφός σου» μου φώναξε η μητέρα μου, όταν ζήτησα να κλείσουμε τον λογαριασμό του μετά από τέσσερα χρόνια
«Μη λες ότι πέθανε ο αδελφός σου. Όσο δεν τον έχουμε βρει, είναι ζωντανός», μου είπε η μητέρα μου μέσα στο γραφείο του δικηγόρου και σηκώθηκε να φύγει.
Εγώ είχα πάει εκεί για να ρωτήσω τι γίνεται με το σπίτι που νοίκιαζε ο αδελφός μου στο Περιστέρι, τις οφειλές που άφησε και έναν λογαριασμό στην τράπεζα που συνεχίζει να χρεώνεται. Δεν είπα ότι θέλω να τον “σβήσουμε”. Αλλά έτσι το άκουσε.
Ο αδελφός μου χάθηκε πριν από τέσσερα χρόνια, γυρνώντας από νυχτερινή βάρδια σε εταιρεία ταχυμεταφορών στον Ασπρόπυργο. Δούλευε με μηχανάκι, με ό,τι ένσημα του κολλούσαν και ό,τι έξτρα του ζητούσαν. Εκείνο το βράδυ είχε σχολάσει αργά. Η μηχανή βρέθηκε δύο μέρες μετά κοντά στο Σχιστό. Τα κλειδιά ήταν επάνω, το κράνος κρεμασμένο στο τιμόνι.
Η Αστυνομία έκανε έρευνα, πήραμε τηλέφωνα, μπήκε αγγελία, ψάξαμε νοσοκομεία, ρωτήσαμε οδηγούς ταξί, κολλήσαμε φωτογραφίες. Μετά από λίγο όλα άρχισαν να γίνονται πιο αργά. Κάθε τόσο μας έπαιρναν από την Ασφάλεια για κάτι που τελικά δεν οδηγούσε πουθενά.
Η μητέρα μου δεν άλλαξε τίποτα στο δωμάτιό του. Πλένει ακόμη τα σεντόνια του, παρότι δεν κοιμάται κανείς εκεί. Κρατάει το κινητό του φορτισμένο σε ένα συρτάρι.
«Αν πάρει και είναι κλειστό, τι θα καταλάβει;» μου λέει.
Δεν της απαντάω. Τι να πω; Κι εγώ, όταν ακούω άγνωστο αριθμό, παγώνω πριν το σηκώσω.
Το χειρότερο είναι ότι την τελευταία φορά που με πήρε, δεν του μίλησα όπως επρεπε. Ήμουν στη δουλειά, είχα τσακωθεί με τον άντρα μου για τα λεφτά, τα παιδιά είχαν πυρετό. Μου είπε: «Θέλω να σε δω αύριο, έχω μπλέξει λίγο με τη δουλειά». Του είπα βιαστικά: «Άσε με τώρα, θα τα πούμε αύριο». Δεν ήρθε ποτέ το αύριο.
Για μήνες πίστευα ότι φταίω εγώ. Ότι αν τον είχα ακούσει, θα ήξερα πού πήγαινε ή με ποιον είχε μπλέξει. Έκανα καταγγελίες για την εταιρεία, μίλησα με πρώην συναδέλφους του, πίεσα να εξεταστούν πάλι οι κάμερες από τη διαδρομή. Ο άντρας μου μου έλεγε να σταματήσω να πηγαίνω μόνη μου στον Ασπρόπυργο και να ρωτάω κόσμο.
«Δεν ψάχνεις πια, κολλάς εκεί», μου είπε μια μέρα.
Θύμωσα πολύ. Τώρα όμως δεν είμαι σίγουρη ότι είχε τελείως άδικο.
Πριν από έναν χρόνο, βρήκα σε ένα παλιό του τάμπλετ μηνύματα που δεν είχα δείξει σε κανέναν. Μιλούσε με έναν γνωστό του για δουλειά στη Γερμανία. Έγραφε ότι χρωστούσε δύο δόσεις από ένα δάνειο και ότι ντρεπόταν να το πει στη μητέρα μας. Υπήρχε κι ένα μήνυμα: «Αν φύγω έτσι, θα με μισήσουν, αλλά δεν αντέχω άλλο».
Το διάβασα ξανά και ξανά. Δεν ήξερα αν εννοούσε ότι θα φύγει για δουλειά ή απλώς ότι ήθελε να εξαφανιστεί για λίγο. Δεν υπήρχε εισιτήριο, δεν υπήρχε κίνηση στον λογαριασμό του μετά από εκείνη τη μέρα, τίποτα σίγουρο.
Δεν το είπα στη μητέρα μου. Φοβήθηκα ότι θα διαλυθεί. Φοβήθηκα όμως και κάτι πιο άσχημο: ότι ίσως είχε φύγει μόνος του και εγώ τόσα χρόνια έψαχνα έναν ένοχο που μπορεί να μην υπήρχε.
Τελικά το έμαθε από την κόρη μου. Είχε δει τα μηνύματα όταν χρησιμοποίησε το τάμπλετ για τηλεκπαίδευση και, χωρίς να καταλάβει, το ανέφερε στη γιαγιά της.
Η μητέρα μου με κοίταξε σαν να την είχα προδώσει διπλά.
«Και το κράταγες τόσον καιρό;» είπε. «Εσύ θέλεις να πιστέψεις ότι μας άφησε. Εγώ ξέρω το παιδί μου.»
Της είπα ότι ούτε εγώ ξέρω πια τι θέλω να πιστέψω. Αν έφυγε, θέλω να μάθω γιατί. Αν του συνέβη κάτι, θέλω να μην το αφήσουμε. Αλλά δεν μπορώ άλλο να περιμένω κάθε μέρα ένα τηλεφώνημα και να κάνω ότι η ζωή μας δεν έχει σταματήσει.
Από τότε δεν μου μιλάει όπως πριν. Πηγαίνω σπίτι της, πίνουμε καφέ, μιλάμε για τα παιδιά και για τους λογαριασμούς, αλλά τον αποφεύγουμε και οι δύο. Σαν να φοβόμαστε ότι, αν πούμε κάτι λάθος, θα χαθεί για δεύτερη φορά.
Δεν θέλω να εγκαταλείψω την αναζήτηση. Αλλά δεν ξέρω αν το να κρατάμε όλα ανοιχτά μάς κρατά κοντά του ή μας τρώει σιγά σιγά. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Πότε η ελπίδα γίνεται κάτι που τελικά σε καταστρέφει;