«Ή το πουλάμε ή σταματάς να με λες αδελφή»: το σπίτι της μητέρας μας έγινε η αιτία να μη θέλω να γυρίσω ποτέ ξανά εκεί
«Ή υπογράφεις να πουληθεί ή σταματάς να με λες αδελφή», μου είπε η αδελφή μου μέσα στο πατρικό μας στην Καβάλα, με το παλτό ακόμα φορεμένο και τα χαρτιά του μεσίτη πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.
Η μητέρα μας είχε πεθάνει πριν από οκτώ μήνες. Δεν ήταν ξαφνικό, είχε ταλαιπωρηθεί πολύ, αλλά εγώ ακόμα δεν μπορώ να μπω σε εκείνο το σπίτι χωρίς να περιμένω να την ακούσω να λέει από μέσα «βάλε παντόφλες, θα κρυώσεις». Το σπίτι είναι παλιό, διώροφο, κοντά στον Άγιο Νικόλαο. Δεν είναι τίποτα πολυτελές. Θέλει βάψιμο, έχει υγρασία στο πίσω δωμάτιο και ο λέβητας κάνει ό,τι θέλει.
«Δεν σου ζητάω να ξεχάσεις τη μαμά», μου είπε η αδελφή μου. «Σου ζητάω να δεις την πραγματικότητα. Τα κοινόχρηστα, ο ΕΝΦΙΑ, οι επισκευές… εγώ δεν μπορώ άλλο.»
Της απάντησα άσχημα. «Εσύ δεν μπορείς ή ο άντρας σου θέλει τα λεφτά για να κλείσει το δάνειο;»
Εκεί άλλαξε το πρόσωπό της. «Μη μπλέκεις τον άντρα μου. Τουλάχιστον εγώ δεν κάνω πως πληρώνω πράγματα ενώ τα αφήνω απλήρωτα.»
Το είπε μπροστά στην κόρη μου, που είχε έρθει μαζί μου γιατί δεν είχα πού να την αφήσω. Η κόρη μου χαμήλωσε το κεφάλι και εγώ ένιωσα να μου κόβονται τα πόδια. Γιατί είχε δίκιο, έστω κι αν δεν ήξερε όλη την αλήθεια.
Εδώ και σχεδόν έναν χρόνο δεν πλήρωνα κανονικά το πετρέλαιο και τα δημοτικά τέλη του σπιτιού. Έλεγα ότι θα τα καλύψω μόλις πάρω το δώρο από τη δουλειά στο σούπερ μάρκετ, μετά μόλις πληρωθεί ο άντρας μου από τα μεροκάματα. Αλλά ήρθαν τα φροντιστήρια του γιου μας, μια επισκευή στο αυτοκίνητο, τα φάρμακα του πεθερού μου. Και κάθε μήνα έλεγα «τον άλλο μήνα».
Δεν το είχα πει σε κανέναν. Ούτε στον άντρα μου ακριβώς. Του έλεγα ότι τα έχω τακτοποιήσει, γιατί ντρεπόμουν. Στο μυαλό μου, αν κρατούσα το σπίτι ανοιχτό, καθαρό, με λίγα πράγματα της μητέρας μας στη θέση τους, ήταν σαν να κρατούσα κάτι όρθιο. Σαν να μην είχαμε διαλυθεί τελείως μετά τον θάνατό της.
Η αδελφή μου είχε άλλη ζωή. Μένει στη Θεσσαλονίκη, νοικιάζει με την οικογένειά της και δουλεύει σε λογιστικό γραφείο. Ερχόταν στην Καβάλα όποτε μπορούσε, συνήθως Σαββατοκύριακο, και κάθε φορά έβρισκε κάτι καινούργιο να χαλάει. Μία η ταράτσα, μία τα κουφώματα, μία ο λογαριασμός της ΔΕΗ.
Εγώ έβλεπα μόνο τη μητέρα μας. Εκείνη έβλεπε ένα σπίτι που μας έτρωγε λεφτά.
«Ξέρεις γιατί θέλω να πουληθεί;» με ρώτησε πιο ήσυχα. «Γιατί δεν αντέχω να έρχομαι και να ανοίγω ντουλάπια με τα ρούχα της. Δεν αντέχω να αποφασίζω μόνη μου τι θα κρατήσουμε και τι θα πετάξουμε. Και γιατί έχουμε ανάγκη τα χρήματα, ναι. Αυτό δεν είναι ντροπή.»
Τότε μου έδειξε ένα χαρτί. Ήταν εκτίμηση από μεσίτη. Το ποσό δεν ήταν μεγάλο, αλλά για εκείνη σήμαινε να ξεχρεώσει δυο κάρτες και να πάρει μια ανάσα. Για εμάς σήμαινε ότι θα μπορούσαμε να τακτοποιήσουμε κάτι δικά μας. Κι αυτό ήταν που με έκανε να θυμώσω περισσότερο με τον εαυτό μου.
Γιατί ήθελα να το κρατήσω, αλλά δεν είχα πραγματικά σχέδιο να το σώσω. Περίμενα ίσως να το αναλάβει η αδελφή μου, να πληρώνει εκείνη τα μισά, να έρχεται εκείνη για τους μάστορες, ενώ εγώ θα είχα το δικαίωμα να λέω πως «δεν πουλάμε το σπίτι της μάνας μας».
Της είπα τελικά για τις οφειλές. Δεν έγινε καυγάς όπως περίμενα. Κάθισε στην καρέκλα και είπε μόνο: «Γιατί δεν μου το είπες; Θα βρίσκαμε μια άκρη.»
«Γιατί φοβόμουν ότι θα το χρησιμοποιήσεις για να με πιέσεις να πουλήσουμε.»
«Και τώρα;» μου είπε. «Τώρα δεν σε πιέζω;»
Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Η αλήθεια είναι πως με πίεζε, αλλά ίσως την είχα πιέσει κι εγώ αλλιώς, κρατώντας την δεμένη σε ένα σπίτι που δεν μπορούσε ούτε να ζήσει ούτε να αφήσει πίσω της.
Δεν υπογράψαμε εκείνη τη μέρα. Συμφωνήσαμε να πάμε πρώτα σε συμβολαιογράφο, να δούμε τι ακριβώς χρωστάμε και αν γίνεται να το νοικιάσουμε αντί να το πουλήσουμε. Η αδελφή μου είπε ότι θα περιμένει δύο μήνες, όχι παραπάνω. Εγώ είπα ναι, αν και δεν ξέρω από πού θα βρεθούν τα χρήματα για να γίνει κατοικήσιμο.
Γυρίζοντας σπίτι, η κόρη μου με ρώτησε: «Μαμά, γιατί στεναχωριέσαι τόσο για ένα σπίτι;» Της είπα «δεν είναι μόνο σπίτι». Αλλά μετά σκέφτηκα ότι ίσως για την αδελφή μου, και ίσως κάποτε και για μένα, πρέπει να γίνει απλώς ένα σπίτι. Δεν ξέρω αν το να κρατάς κάτι από φόβο είναι αγάπη ή βάρος.
Εσείς τι θα κάνατε; Θα πουλούσατε το πατρικό για να βρείτε ηρεμία και να ξεχρεώσετε ή θα παλεύατε να το κρατήσετε, ακόμα κι αν η οικογένεια φτάνει στα όριά της;