«Μετά το εγκεφαλικό, κατάλαβα πόσο μόνος είχα αφήσει τον εαυτό μου»

Είμαι πενήντα οκτώ χρονών και μέχρι πριν από οκτώ μήνες πίστευα ότι η μοναξιά είναι κάτι που παθαίνουν οι άλλοι. Οι άνθρωποι που δεν φρόντισαν τη ζωή τους, που δεν κράτησαν φίλους, που δεν έκαναν οικογένεια ή που τα χάλασαν όλα από πείσμα.

Εγώ είχα γυναίκα τριάντα δύο χρόνια, έναν γιο τριάντα, δουλειά στο συνεργείο αυτοκινήτων που είχα με τον αδερφό μου και ένα δυάρι στο Περιστέρι. Δεν ήμουν κανένας πλούσιος, αλλά είχα τη ρουτίνα μου. Καφέ στο χέρι το πρωί, το συνεργείο, το δελτίο των οκτώ, λίγη κουβέντα στο μπαλκόνι αν είχε καλό καιρό.

Τώρα, όταν ανεβαίνω τις σκάλες μέχρι τον δεύτερο, σταματάω στη μέση. Όχι πάντα επειδή δεν μπορώ σωματικά. Μερικές φορές σταματάω επειδή δεν βιάζεται κανείς να με περιμένει πάνω.

Το εγκεφαλικό το έπαθα ένα πρωί στη δουλειά. Είχα σκύψει να κοιτάξω ένα αμάξι και μου έπεσε από το χέρι το κατσαβίδι. Πήγα να βρίσω τον ανιψιό μου που ήταν δίπλα και κατάλαβα ότι το στόμα μου δεν με άκουγε. Έβγαιναν κάτι ήχοι, βαριοί και μπερδεμένοι. Εκείνος κατάλαβε αμέσως, ευτυχώς. Πήραν το 166, ήρθε ασθενοφόρο, μετά νοσοκομείο, εξετάσεις, σωληνάκια, πρόσωπα με μάσκες.

Θυμάμαι τη γυναίκα μου, τη Λένα, να στέκεται στην πόρτα του θαλάμου. Δεν έκλαιγε. Κρατούσε την τσάντα της μπροστά από την κοιλιά της, όπως κάνει όταν δεν θέλει να δείξει τι νιώθει.

Ο γιος μου, ο Στέφανος, ήρθε την επόμενη μέρα. Μπήκε, είπε «γεια σου, μπαμπά», κάθισε δέκα λεπτά και κοίταζε το κινητό του. Δεν του κρατάω κακία γι’ αυτό. Τότε του κρατούσα. Τώρα όχι.

Ήμουν δώδεκα μέρες μέσα. Οι γιατροί είπαν ότι στάθηκα τυχερός. Το αριστερό μου χέρι είχε αδυναμία, μιλούσα λίγο αργά, αλλά με φυσικοθεραπεία θα επανερχόμουν αρκετά. Η Λένα ερχόταν σχεδόν κάθε απόγευμα. Μου έφερνε καθαρά ρούχα, νερό, καμιά τυρόπιτα από τον φούρνο απέναντι. Δεν καθόταν πολύ.

Μια μέρα τη ρώτησα, όσο μπορούσα καθαρά:

«Ο Στέφανος γιατί δεν έρχεται;»

Με κοίταξε για λίγο και είπε:

«Δουλεύει, Μιχάλη.»

«Κι εγώ δούλευα. Πάντα δούλευα.»

«Αυτό ακριβώς είναι το θέμα», μου είπε.

Δεν συνέχισε. Ούτε εγώ. Ήμουν ακόμα κουρασμένος, ζαλισμένος και θυμωμένος. Κυρίως θυμωμένος επειδή δεν κατάλαβα τι εννοούσε ή, για να είμαι ειλικρινής, επειδή το κατάλαβα και δεν ήθελα.

Όταν ήρθε η ώρα του εξιτηρίου, η Λένα είπε πως για τις πρώτες μέρες θα με βοηθήσει μια γυναίκα που βρήκε από γνωστή της. Τη λέγανε κυρία Βάσω και ερχόταν πρωί-μεσημέρι, έφτιαχνε κάτι πρόχειρο, με έβαζε να κάνω τις ασκήσεις μου και μάζευε λίγο το σπίτι.

«Εσύ δεν θα είσαι εδώ;» τη ρώτησα.

Η Λένα έτριψε τα κλειδιά της στην παλάμη της.

«Θα μένω στη Μαρίνα για λίγο.»

Η Μαρίνα είναι η αδερφή της, στην Καλλιθέα.

«Για λίγο τι σημαίνει;»

«Σημαίνει ότι δεν μπορώ τώρα να γυρίσω και να κάνω πως δεν έχουν γίνει όλα όσα έγιναν.»

Της είπα ότι με αφήνει μετά από εγκεφαλικό. Αυτό της είπα. Άθλιο πράγμα να πεις, αλλά το είπα. Εκείνη δεν φώναξε. Μόνο είπε: «Δεν σε αφήνω μετά από εγκεφαλικό. Είμαι κουρασμένη από πριν.»

Έκλεισε την πόρτα και έμεινα να κοιτάω το διάδρομο. Είχα ακόμα το πλαστικό βραχιολάκι του νοσοκομείου στον καρπό. Δεν το έκοψα εκείνη τη μέρα.

Για χρόνια νόμιζα ότι ήμουν σωστός οικογενειάρχης επειδή πλήρωνα λογαριασμούς και δεν έλειπε φαγητό από το σπίτι. Αλλά ήμουν σκληρός. Με τον Στέφανο ειδικά. Αν έφερνε δεκαοχτώ αντί για είκοσι, του έλεγα πως με τα μισά πράγματα δεν πας πουθενά. Αν ήθελε να μου μιλήσει για σχέδια, για μουσική, για τη σχολή που ήθελε να αλλάξει, του έλεγα να αφήσει τις βλακείες και να στρωθεί.

Όταν ήταν δεκαεπτά, τον είχα πιάσει να καπνίζει στο μπαλκόνι. Δεν τον χτύπησα, αλλά του είπα πράγματα που δεν θα έλεγα σήμερα ούτε σε ξένο. «Άχρηστος», «τεμπέλης», «θα μας ντροπιάσεις». Σαν να ήταν φυσιολογικό να μιλάς έτσι στο παιδί σου επειδή είχες νεύρα από τη δουλειά.

Με τη Λένα δεν ήταν καλύτερα. Αν είχε παράπονο, το έλεγα γκρίνια. Αν μου ζητούσε να βγούμε κάπου, της απαντούσα πως δεν είμαστε πιτσιρίκια. Δεν την απάτησα, δεν έπινα, δεν έφερνα φασαρίες στο σπίτι. Κρατιόμουν από αυτά λες και έφταναν για να λέγομαι καλός σύζυγος.

Τις πρώτες εβδομάδες μετά το νοσοκομείο έστελνα μηνύματα στον Στέφανο. Στην αρχή ξερά: «Πώς είσαι;», «Πάρε με όταν μπορείς». Δεν απαντούσε. Μετά έγραψα ένα μεγάλο μήνυμα και το έσβησα τέσσερις φορές. Τα δάχτυλά μου δεν με βοηθούσαν και εκνευριζόμουν. Τελικά του έστειλα: «Ξέρω ότι δεν ήμουν καλός πατέρας. Δεν ξέρω να το λέω σωστά. Συγγνώμη.»

Το είδε. Τίποτα άλλο.

Πέρασαν μέρες. Έβγαζα τα χαρτιά των φυσικοθεραπειών στο τραπέζι, τα ξαναμάζευα. Άκουγα από δίπλα την τηλεόραση της κυρίας Ελένης, της γειτόνισσας, και εκνευριζόμουν χωρίς λόγο. Η Λένα έστελνε μόνο πρακτικά μηνύματα. «Πλήρωσες ΔΕΗ;» ή «Θα περάσει η Βάσω αύριο στις εννιά». Μία φορά ήρθε, άλλαξε σεντόνια, μου έφτιαξε φακές και έφυγε πριν κρυώσουν.

Δεν την εμπόδισα. Δεν ήξερα πια με ποιο δικαίωμα.

Ένα βράδυ πήρα χαρτί και έγραψα γράμμα στον Στέφανο. Όχι για να τον πείσω να γυρίσει. Ούτε για να του πω ότι άλλαξα, γιατί δεν αλλάζει κανείς σε δύο μήνες επειδή φοβήθηκε τον θάνατο. Του έγραψα συγκεκριμένα πράγματα που θυμόμουν και ντρεπόμουν γι’ αυτά. Του έγραψα ότι πολλές φορές ήμουν απότομος επειδή φοβόμουν μήπως γίνει σαν εμένα, μίζερος και κολλημένος, και τελικά αυτό ακριβώς του έδειχνα.

Δεν ήξερα πού μένει ακριβώς. Ήξερα μόνο ότι είχε φύγει από το σπίτι πριν δυόμισι χρόνια και συγκατοικούσε κάπου προς Νέα Σμύρνη. Τη φωτογράφισα λοιπόν και του την έστειλα.

Την επόμενη μέρα, λίγο πριν τις έντεκα το βράδυ, άναψε η οθόνη.

«Το διάβασα», έγραφε.

Κοίταζα το μήνυμα τόση ώρα που σκοτείνιασε τελείως το δωμάτιο. Μετά ήρθε δεύτερο.

«Δεν μπορώ να κάνω σαν να μην έγινε τίποτα. Αλλά ίσως να περάσω την Κυριακή για έναν καφέ. Αν είσαι καλά.»

Δεν απάντησα αμέσως. Φοβήθηκα ότι θα γράψω κάτι λάθος, κάτι βαρύ, κάτι που θα του θύμιζε ακριβώς γιατί έφυγε.

Τελικά έστειλα μόνο: «Θα είμαι εδώ.»

Η Κυριακή είναι αύριο. Η κυρία Βάσω έφερε καφέ φίλτρου και λίγα κουλουράκια, λες και περιμένουμε επίσημη επίσκεψη. Το σπίτι είναι κάπως μαζεμένο, όχι όσο θα ήθελε η Λένα. Το χέρι μου ακόμα τρέμει όταν πιάνω το ποτήρι.

Δεν ξέρω αν θα χτυπήσει το κουδούνι. Δεν ξέρω αν, αν έρθει, θα βρούμε τι να πούμε μετά τα πρώτα πέντε λεπτά.

Αλλά αύριο θα κατέβω μόνος μου στο περίπτερο να πάρω τα τσιγάρα του που πάντα κάπνιζε. Δεν καπνίζω πια εγώ. Τα έχω κόψει από το νοσοκομείο.

Και μετά θα γυρίσω σπίτι πριν κρυώσει ο καφές.