«Αν δεν σου αρέσει, πήγαινε στη μάνα σου» μου είπε ο άντρας μου μπροστά στην πεθερά μου

«Αν δεν σου αρέσει, πήγαινε στη μάνα σου», μου είπε ο άντρας μου στην κουζίνα, μπροστά στην πεθερά μου και στην κόρη μας που έτρωγε μακαρόνια.

Δεν φώναξε. Αυτό με πείραξε πιο πολύ. Το είπε σαν να έλεγε κάτι απλό, σαν να είχα απλώς γκρινιάξει για το φαγητό.

Είχα μόλις πει ότι δεν γίνεται να συνεχίσουμε έτσι. Εδώ και οκτώ μήνες μέναμε στο σπίτι της πεθεράς μου στο Περιστέρι. Είχε κάνει επέμβαση στο ισχίο, δεν μπορούσε μόνη της τις πρώτες εβδομάδες και εμείς τότε είχαμε ήδη δυσκολία με το ενοίκιο στο μικρό μας δυάρι στην Κυψέλη. Ο άντρας μου είπε: «Θα πάμε για λίγο, να βοηθήσουμε κι εμείς, να μαζέψουμε και κάτι λεφτά».

Το “λίγο” έγινε οκτώ μήνες.

Στην αρχή έλεγα κι εγώ ότι είναι σωστό. Ψώνιζα από το σούπερ μάρκετ μετά τη δουλειά μου σε φούρνο, μαγείρευα, τη συνόδευα στο Κέντρο Υγείας όταν χρειαζόταν εξετάσεις. Δεν μου ζήτησε ποτέ ξεκάθαρα όλα αυτά, αλλά τα έκανα. Είναι η μητέρα του άντρα μου, έλεγα. Έχουμε και παιδί, δεν γίνεται να είμαστε ξένοι.

Μόνο που άρχισα να νιώθω ξένη εγώ.

Η πεθερά μου δεν ήταν κακιά μαζί μου. Αυτό είναι το δύσκολο να εξηγήσω. Μου έλεγε «μπράβο κορίτσι μου» όταν καθάριζα, μου κρατούσε μερικές φορές την κόρη μας για να πάω στη δουλειά. Αλλά για όλα είχε άποψη. Για το τι θα φορέσει το παιδί, τι ώρα θα κάνει μπάνιο, αν χρειάζεται δεύτερη δουλειά ο άντρας μου, αν εγώ “κουράζομαι υπερβολικά”.

Και ο άντρας μου, αντί να πει κάτι, έκανε πως δεν ακούει.

Την περασμένη Κυριακή ήρθε η αδερφή του για καφέ. Εγώ έπλενα πιάτα και άκουγα από το σαλόνι να μιλάνε για το σπίτι.

«Να μην το αφήσεις έτσι, μαμά», είπε η αδερφή του. «Αφού είναι δικό σου, εσύ αποφασίζεις.»

Και η πεθερά μου είπε: «Εγώ θέλω να μείνει ο γιος μου εδώ. Να μην πετάει λεφτά σε νοίκια. Και όταν μεγαλώσει η μικρή, βλέπουμε.»

Ο άντρας μου απάντησε: «Ναι, καταρχήν να σταθούμε λίγο στα πόδια μας.»

Κανείς δεν είπε “να αποφασίσουμε”. Κανείς δεν είπε το όνομα μου, ούτε καν “η γυναίκα του”. Ήμουν πίσω από την πόρτα με τα χέρια μέσα στις σαπουνάδες και ένιωσα λες και άκουγα ξένους να κανονίζουν πού θα ζήσω.

Το βράδυ του είπα: «Καταλαβαίνεις ότι μιλούσαν για εμάς σαν να μην υπάρχω;»

Μου είπε: «Υπερβάλλεις. Η μάνα μου μας άνοιξε το σπίτι της.»

«Μας το άνοιξε ή το άνοιξε σε σένα; Γιατί εγώ κάθε μέρα πρέπει να αποδεικνύω ότι αξίζω να είμαι εδώ.»

Εκεί θύμωσε. Μου είπε ότι δεν εκτιμώ τίποτα, ότι εκείνος έχει άγχος με τα λεφτά και τη δουλειά του στο συνεργείο, και ότι εγώ μόνο παράπονα έχω. Και μετά είπε εκείνη τη φράση: «Αν δεν σου αρέσει, πήγαινε στη μάνα σου».

Η πεθερά μου κατέβασε τα μάτια. Δεν είπε τίποτα. Η κόρη μας με κοίταζε και μου είπε σιγά: «Μαμά, θα φύγουμε;»

Τότε δεν απάντησα. Την πήγα στο δωμάτιο και της είπα ότι οι μεγάλοι καμιά φορά λένε χαζά πράγματα όταν είναι νευριασμένοι. Κι όμως, εγώ είχα ήδη αρχίσει να ψάχνω αγγελίες για μικρά σπίτια, κρυφά, εδώ και δύο εβδομάδες.

Δεν είμαι άμοιρη ευθυνών. Δεν του είχα πει πόσο πνιγόμουν. Κρατούσα μέσα μου πράγματα για να μη χαλάσει η ηρεμία, έκανα οτι συμφωνώ, χαμογελούσα στα τραπέζια. Ίσως περίμενα να το καταλάβει μόνος του. Ίσως φοβόμουν ότι, αν μιλούσα, θα επιβεβαίωνα πως είμαι η “δύσκολη” της οικογένειας.

Την επόμενη μέρα η πεθερά μου με βρήκε στο μπαλκόνι. Μου είπε: «Δεν θέλω να φύγετε εξαιτίας μου. Αλλά κι εγώ φοβάμαι να μείνω μόνη.»

Της είπα συγνώμη, γιατί πρώτη φορά κατάλαβα ότι κι εκείνη δεν προσπαθούσε απαραίτητα να με διώξει. Κρατιόταν από τον γιο της, όπως ίσως κρατιόμουν κι εγώ από την ιδέα ότι κάποτε θα με δεχτούν χωρίς να ζητάω χώρο.

Αλλά της είπα και κάτι άλλο: «Δεν μπορώ να μεγαλώνω την κόρη μου σε ένα σπίτι όπου η μαμά της είναι πάντα φιλοξενούμενη.»

Δεν έχουμε φύγει ακόμα. Ο άντρας μου δεν έχει ξαναπεί κουβέντα για “τη μάνα μου”, αλλά ούτε έχει ζητήσει συγνώμη. Κοιτάμε οικονομικά, μήπως βρούμε κάτι μικρό κοντά σε παιδικό σταθμό και δουλειές. Δεν ξέρω αν αυτό θα μας φέρει πιο κοντά ή αν απλώς θα δείξει πόσο μακριά είμαστε ήδη.

Ξέρω μόνο ότι η ηρεμία που κρατούσα τόσους μήνες δεν ήταν πραγματική ηρεμία. Ήταν να σωπαίνω για να χωράω. Εσείς τι θα κάνατε; Θα προσαρμοζόσασταν για να μη διαλυθεί η οικογένεια ή θα φεύγατε για να μη χαθείτε εσείς;