«Δεν σε απατάω μόνο, απλώς δεν είχα το κουράγιο να σου το πω» — η μέρα που έμεινα μόνη με το ενοίκιο και τον εαυτό μου

«Έχω βρει σπίτι στα Πατήσια. Θα φύγω την Κυριακή», μου είπε ο άντρας μου ένα βράδυ, ενώ εγώ μάζευα τα πιάτα από το τραπέζι.

Τον κοίταξα και νόμιζα ότι άκουσα λάθος. «Τι εννοείς θα φύγεις;»

«Δεν αντέχω άλλο έτσι. Και… υπάρχει κάποια άλλη. Δεν θέλω να σου λέω ψέματα.»

Το πρώτο που σκέφτηκα δεν ήταν ούτε η άλλη γυναίκα ούτε ο γάμος μας. Ήταν το ενοίκιο. Η δόση του αυτοκινήτου που είχαμε πάρει πριν δυο χρόνια. Η κόρη μας που σπουδάζει στα Γιάννενα και κάθε μήνα περιμένει να της στείλουμε χρήματα για το σπίτι και το σούπερ μάρκετ.

Του είπα: «Και πότε σκόπευες να μου το πεις; Αφού τα έχεις κανονίσει όλα;»

Μου απάντησε χαμηλά: «Δεν τα έχω κανονίσει όλα. Απλώς φοβόμουν ότι αν το έλεγα, θα γινόταν χαμός.»

«Τώρα δεν γίνεται χαμός;» του φώναξα. Και μετά, χωρίς να το θέλω, είπα το πιο άσχημο: «Πάντα εσύ κοιτάς τον εαυτό σου.»

Δεν ήταν αλήθεια ακριβώς. Για χρόνια εκείνος έκανε υπερωρίες σε αποθήκη στον Ασπρόπυργο, εγώ δούλευα σε φούρνο στη γειτονιά και γυρνούσα σπίτι εξαντλημένη. Εκείνος είχε περάσει και μια περίοδο με τη μέση του, έμεινε σχεδόν τρεις μήνες χωρίς κανονικό μεροκάματο. Εγώ όμως είχα μάθει να θεωρώ δεδομένο ότι, ό,τι κι αν γίνει, θα είναι εκεί. Ότι θα πληρώνουμε μαζί, θα γκρινιάζουμε μαζί, θα μεγαλώνουμε μαζί.

Το χειρότερο ήταν ότι δεν έπεσα από τα σύννεφα. Εδώ και μήνες ήταν αλλού. Κρατούσε το κινητό ανάποδα, έβγαινε «για έναν καφέ», κοιμόταν στον καναπέ λέγοντας ότι πονάει η μέση του. Εγώ το έβλεπα. Αλλά έλεγα μέσα μου «μην ανοίγεις κουβέντα, θα περάσει». Δεν ήθελα να χαλάσω τη μικρή ηρεμία που είχαμε.

Την επόμενη μέρα πήρα τηλέφωνο τη μητέρα μου και έκλαιγα. Μου είπε αμέσως: «Να φύγεις εσύ από το σπίτι, να έρθεις εδώ. Μην κάθεσαι να τον βλέπεις.»

Η αδελφή μου είπε το αντίθετο: «Το σπίτι είναι στο όνομά σου και το μισθωτήριο επίσης. Να μη φύγεις πουθενά.»

Και η πεθερά μου, όταν τελικά μιλήσαμε, είπε: «Παιδί μου, κι εκείνος πιεζόταν πολύ. Δεν σημαίνει ότι φταις εσύ, αλλά δεν ήταν καλά μεταξύ σας.» Αυτό με θύμωσε πιο πολύ απ’ όλα, γιατί ακουγόταν σαν να έπρεπε να καταλάβω και τον άνθρωπο που με άφηνε μετέωρη.

Μετά ήρθε το δεύτερο χτύπημα. Ψάχνοντας τα χαρτιά για να δω τι μπορούσα να πληρώσω, βρήκα ειδοποιήσεις από πιστωτική που δεν ήξερα. Είχε κάνει αγορές και είχε τραβήξει χρήματα για να καλύψει, όπως είπε, «παλιές τρύπες». Δεν ήταν τεράστιο ποσό, αλλά για εμένα ήταν βουνό. Είχαμε ήδη καθυστερήσει δύο λογαριασμούς ρεύματος.

«Γιατί δεν μου το είπες;» τον ρώτησα.

«Ντρεπόμουν. Και κάθε φορά που πήγαινα να στο πω, σε έβλεπα να λες ότι επιτέλους πρέπει να ηρεμήσουμε.»

Εκεί κόλλησα. Γιατί το είχα πει. Πολλές φορές. Δεν ήθελα άλλες δυσκολίες, άλλες συζητήσεις, άλλα προβλήματα. Όταν μου έλεγε ότι δεν βγαίνει, του απαντούσα «θα τα βρούμε, μη μου μαυρίζεις την ψυχή». Νόμιζα ότι τον καθησύχαζα. Μπορεί απλώς να τον έκανα να σωπαίνει περισσότερο.

Δεν δικαιολογώ ούτε την άλλη γυναίκα ούτε το ότι έκρυβε χρέη. Αλλά ούτε εγώ ήμουν τόσο αθώα όσο ήθελα να πιστεύω. Κρατιόμουν από μια εικόνα οικογένειας, ακόμα κι όταν αυτή είχε αρχίσει να αδειάζει.

Την Κυριακή μάζεψε λίγα ρούχα σε δυο βαλίτσες. Η κόρη μας ήξερε μόνο ότι «ο μπαμπάς θα μείνει λίγο αλλού». Δεν άντεξα να της πω περισσότερα πριν την εξεταστική. Ξέρω ότι κι αυτό είναι λάθος ίσως, αλλά δεν ήξερα τι άλλο να κάνω.

Τώρα έχω αναλάβει περισσότερες βάρδιες στον φούρνο. Μίλησα με λογίστρια για τις οφειλές και κόψαμε ό,τι μπορούσαμε. Κάποιες νύχτες κάθομαι στο άδειο σαλόνι και σκέφτομαι ότι δεν θα τα καταφέρω μόνη. Άλλες φορές, πάλι, πληρώνω έναν λογαριασμό ή κανονίζω κάτι χωρίς να περιμένω να το κάνει εκείνος, και νιώθω μια μικρή ανακούφιση που με τρομάζει.

Δεν ξέρω αν η κατάρρευση ήταν απαραίτητη για να σταθώ στα πόδια μου. Ξέρω μόνο ότι δεν θέλω ξανά να κάνω πως δεν βλέπω, μόνο και μόνο για να μη μείνω μόνη. Εσείς πιστεύετε ότι πρέπει να φτάσει κάποιος να τα χάσει όλα για να βρει τη δύναμή του;